Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Κάποια βράδια ο χρόνος χάνει και μένουμε κι οι δυο χαμένοι. Σκόρπιοι σε αγκαλιές που δεν μας γεμίζουν. Σκόρπιοι σε μισά θέλω και μισά φιλιά. Ο χρόνος χάνει και μένουμε κι οι δυο μόνοι μέσα στον κόσμο.
Γιατί όσο κι αν πέρασαν οι μέρες, όσο κι αν άλλαξαν οι εποχές, υπάρχουν άνθρωποι που δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά. Δεν μένουν δίπλα σου. Δεν σου μιλούν. Δεν σε αγγίζουν. Αλλά καταφέρνουν να υπάρχουν με έναν τρόπο σχεδόν άδικο. Σαν μια σκέψη που ξυπνάει χωρίς προειδοποίηση. Σαν ένα τραγούδι που πετυχαίνεις τυχαία και σου χαλάει όλη την άμυνα που έχτιζες μήνες.
Κι εγώ δεν ξέρω αν μου λείπεις εσύ ή εκείνος ο άνθρωπος που ήμουν όταν σε κοιτούσα.
Δεν ξέρω αν νοσταλγώ τα χέρια σου ή τον τρόπο που η ζωή έμοιαζε λίγο πιο ελαφριά όταν υπήρχες μέσα της.
Ξέρω μόνο πως υπάρχουν νύχτες που η λογική αποκοιμιέται πρώτη και μένουν ξύπνιες οι αναμνήσεις.
Και τότε ο χρόνος παύει να έχει δύναμη.
Γίνονται όλα τώρα.
Το γέλιο σου τώρα.
Η φωνή σου τώρα.
Εκείνα τα βλέμματα που έλεγαν περισσότερα από όσα τολμούσαν να πουν οι λέξεις, τώρα.
Κι ας έχουν περάσει χρόνια.
Κι ας έχουμε προχωρήσει.
Κι ας μάθαμε να ζούμε χωρίς ο ένας τον άλλον.
Γιατί το να ζεις χωρίς κάποιον δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τον ξεπέρασες.
Σημαίνει απλώς ότι συνήθισες την απουσία του.
Κάποια βράδια όμως η απουσία βγάζει φωνή.
Και τότε ακούγεται πιο δυνατά από κάθε παρουσία.
Δεν ξέρω πού είσαι απόψε.
Δεν ξέρω αν με θυμάσαι.
Δεν ξέρω αν κι εσύ χάνεις καμιά φορά από τον χρόνο.
Ξέρω μόνο πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους παίρνει ποτέ ο χρόνος ολόκληρους.
Πάντα αφήνει κάτι πίσω.
Και αυτό το κάτι αρκεί για να κάνει δύο ανθρώπους να νιώθουν μόνοι κάτω από τον ίδιο ουρανό, ακόμη κι όταν βρίσκονται σε διαφορετικούς κόσμους.
