Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Η αληθινή γυναίκα δεν ερωτεύεται τα σπασμένα κομμάτια σου. Ερωτεύεται τον άνθρωπο που θα μπορούσες να γίνεις, αν κάποτε αποφάσιζες να πάψεις να κρύβεσαι πίσω από αυτά. Δεν έρχεται στη ζωή σου για να γίνει η ψυχολόγος σου, η μητέρα σου ή η νοσοκόμα των τραυμάτων σου. Δεν γεννήθηκε για να κουβαλά στις πλάτες της τις μάχες που εσύ αρνείσαι να δώσεις. Δεν θα σου στρώσει έναν εύκολο δρόμο.
Θα σου δείξει, όμως, πώς να σταθείς όρθιος όταν τα γόνατά σου λυγίζουν. Θα πιστέψει σε σένα την ημέρα που εσύ δεν θα αντέχεις ούτε τον καθρέφτη σου. Θα σε σπρώξει όταν βολεύεσαι, θα σε θυμώσει όταν κρύβεσαι πίσω από δικαιολογίες, θα σου χαλάσει την εικόνα του «θύματος» που τόσο προσεκτικά έχτισες. Γιατί δεν λυπάται τους ανθρώπους που αγαπά. Τους απαιτεί.
Θα μείνει όσο βλέπει ότι παλεύεις. Όχι όσο κερδίζεις. Όσο παλεύεις. Γιατί οι ήττες δεν τρομάζουν μια δυνατή γυναίκα. Η παραίτηση τη φοβίζει. Εκείνη η ύπουλη στιγμή που κάποιος αρχίζει να αγαπά περισσότερο το σκοτάδι του από το φως που του προσφέρεται.
Όταν οι πληγές γίνονται άλλοθι, η πίκρα χαρακτήρας και η δυστυχία ταυτότητα. Εκεί σταματά να έχει απέναντί της έναν άνθρωπο που πονά. Έχει απέναντί της έναν άνθρωπο που απαιτεί από όλους να ζήσουν μέσα στο σκοτάδι του, για να μη χρειαστεί ποτέ να βγει ο ίδιος στο φως.
Και τότε θα φύγει.
Όχι γιατί κουράστηκε να αγαπά. Αλλά γιατί κατάλαβε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζητούν χέρι για να σηκωθούν. Ζητούν παρέα για να μείνουν κάτω. Κι εκείνη δεν γεννήθηκε για να κατοικήσει σε ερείπια. Γεννήθηκε για να χτίζει ζωές, όχι φυλακές. Θα φύγει χωρίς φωνές, χωρίς θεατρικές εξόδους, χωρίς εκδίκηση.
Θα πάρει μαζί της μόνο το φως της, γιατί έμαθε πως όταν το αφήνεις για πολύ μέσα σε ξένα σκοτάδια, κάποια στιγμή αρχίζει να σβήνει κι αυτό. Κι η αληθινή γυναίκα μπορεί να συγχωρήσει σχεδόν τα πάντα. Ένα πράγμα όμως δεν θα συγχωρήσει ποτέ. Να προδώσει η ίδια τον εαυτό της, μένοντας εκεί όπου, για να επιβιώσει, θα έπρεπε να πάψει να είναι φως.
