Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Από μικρή θυμάμαι το Μιχάλη να μου λέει «είσαι ο τρόπος που φέρεσαι σε αυτούς που σε εξυπηρετούν». Κι ο κανόνας έλεγε πως ό,τι κι αν έχεις, ό,τι κι αν σου συμβαίνει, σε αυτόν που σε εξυπηρετεί μιλάς ευγενικά.
Ιούλιος, 2026 – Friday’s Αμπελόκηποι
Είναι μια από τις ατελείωτες μέρες, που έχεις ξεκινήσει αξημέρωτα, έχεις διασχίσει από την Πειραϊκή κι έχεις φτάσει Μαρούσι, έχεις απολαύσει την μέρα στο γραφείο (και το εννοώ, αγαπάω το γραφείο αυτή τη μια φορά το μήνα – δεν αγαπάω την απόσταση ποτέ!) και έχεις ξεχάσει πως στα 45+ δεν έχει πλάκα το «φαγητό και σινεμά αμέσως μετά το γραφείο».
Κάπως έτσι, λίγο εξουθενωμένη, λίγο μετανιωμένη για αυτό το «ναι» στα παιδιά μου για την πρεμιέρα του Spiderman στις 22:30 βρίσκομαι στα Friday’s των Αμπελοκήπων.
Μεταξύ εκπαίδευσης πάνω στο Marvel – σύμπαν και των νέων της ημέρας, κοιτάω ένα πολύ γνώριμο πρόσωπο. Τον υπεύθυνο του μαγαζιού. Δεν είμαστε φίλοι, δεν ξέρει το όνομά μου, δεν ξέρω το δικό του, αλλά με έχει δει στις πιο χαρούμενες και στις πιο ευάλωτες στιγμές μου.
Με έχει δει στα πρώτα γενέθλια της κόρης μου, να χαμογελάω και να κλαίω βουβά, γιατί μόλις είχα χωρίσει. Με έχει δει με φίλες να ξεκινάμε μεσημέρι και να κοντεύει να κλείσει κι εμείς να είμαστε ακόμα εκεί και να μιλάμε, με έχει δει Σάββατο μετά τον πανικό από ψώνια και παιδική ταινία να με τραβολογάνε δυο μικρά τερατάκια τσέπης, κι εκείνος να τους δίνει μπαλόνια και set με κηρομπογιές για να ζωγραφίσουν μήπως προλάβω και πάρω ανάσα. Του έχω ζητήσει να έχει το νου του στο ένα παιδί για να πάω το άλλο στο μπάνιο… γιατί ξέρεις, μάνα μόνη, έξω, δεν είναι εύκολο πράγμα.
Με έχει δει ένα Γενάρη, βουρκωμένη, να καταπίνω νεύρα, απογοήτευση και πίκρα και να χαμογελάω..
Με έχει δει… κι εγώ τον έχω δει… και όταν έκλεισε το Friday’s στο Mall, ήταν ο πρώτος που σκέφτηκα. Και πέρασαν χρόνια..
Τα τερατάκια τσέπης τώρα μου ρίχνουν από ένα κεφάλι, αλλά πάλι στα ίδια μέρη γυρνάμε, μαζί.
Κοιταχτήκαμε, κι ήρθε με αληθινό χαμόγελο και μια ζεστή αγκαλιά. Είπαμε τα νέα μας σαν δυο φίλοι που είχαν χαθεί από καιρό. Τα παιδιά μεγάλωσαν.. δεν χρειάζονται πια μπαλόνια για να καθίσουν ήσυχα. Κι εμείς μεγαλώσαμε.. αλλά κοίτα να δεις, μπορεί να έμαθα το όνομά σου 15 χρόνια μετά, μπορεί να έμαθες πως το δικό μου δεν είναι «η κυρία με τα δυο παιδάκια» όμως εκείνο το «είστε καλά;» ήταν αληθινό!
Αύγουστος, 2026 – Πόρος, Μοναστήρι
Έχω ένα τσαντάκι που έχω φροντίσει να χωράει ένα μικρό βιβλίο (μου) που αγαπώ πολύ. Είναι εκείνο που όταν με στριμώχνουν οι υποχρεώσεις, η μέρα και οι άνθρωποι, ανοίγω και σε όποια σελίδα κι αν βρεθώ, ξέρω το πριν και το μετά, και με πηγαίνει με δυο ματιές στο «καλό μου μέρος», αυτό των λέξεων.
Λίγο η κουβέντα με την Ζωή, λίγο που το μεσημέρι δεν έχω υπομονή στον ήλιο, το βιβλίο έμεινε κάπως στην ξαπλώστρα.
Το συνειδητοποίησα την επόμενη μέρα, έψαξα, δεν το βρήκα και ξέρεις πώς είναι να χάνεις κάτι που για πάνω από μια δεκαετία το κουβαλάς όπου και να είσαι.
Στεναχωρημένη και χωρίς πολλές ελπίδες, εντόπισα το Γιάννη. Τον πολύ πολύ ευγενικό νεαρό που μας είχε εξυπηρετήσει την προηγούμενη φορά.
«Μήπως κατά λάθος, βρήκατε ένα μικρό βιβλίο προχθές;»
«Ναι! Και το διάβασα κι όλας και μου άρεσε πολύ..»
Ο Γιάννης μου φέρνει το βιβλίο που τώρα το είχε πάρει και η μαγείρισσα και το διάβαζε.. και του εξηγώ πως αν υπήρχε στον εκδότη θα του το άφηνα, αλλά δεν υπάρχει γαμώτο πια!
Μιλάμε κι έχει αυτή την ευγένεια που δεν έχει να κάνει με τρόπους και επιτηδευμένη συμπεριφορά. Έχει ευγένεια στα μάτια του. Όλη μέρα.. εξυπηρετώντας κάτω από τον Αυγουστιάτικο ήλιο, χωρίς το πρόσωπό του να προδίδει την ζέστη, την κούραση.. του ζητάω το Instagram του και ανταλλάσσουμε λίγες κουβέντες ακόμα.
Βάζω πίσω το «φυλαχτό» μου και μαζί παίρνω κι εκείνο το χαμόγελο ενός ανθρώπου.. από τους λίγους, που η ψυχή του φαίνεται στα μάτια του.
Σεπτέμβριος – Πόρος, 2026
«Καλημέρααααα, η Σοφία είμαι»
Δεν χρειάζεται να της πω τι θέλω. Ξέρει.
«Ακόμα εδώ; Πότε θα φύγεις;»
«Στο τέλος της εβδομάδας, αλλά θα έρχομαι συνέχεια φέτος»
«Και πέρσι το ίδιο είπες»
Ναι ρε γαμώτο, και πέρσι το ίδιο είπα, μην σου πω και τα χρόνια πριν από το πέρσι… κι εκείνη ξέρει, πως το θέλω αλλά η καθημερινότητα θα με πάρει πάλι στο κατόπι.
Και ποιες μέρες είμαι καλά και ποιες πνίγομαι ξέρει. Το καταλαβαίνει από την «καλημέρα». Το καταλαβαίνει.. όπως δεν καταλαβαίνουν άνθρωποι που μπορεί να θεωρούνται «δικοί σου» μα δεν ξέρουν καμιά συνήθειά σου.
Γιατί ο άνθρωπος που σου φτιάχνει τον καφέ, πάντα ξέρει…
Να χαμογελάτε στους ανθρώπους που σας εξυπηρετούν.. όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί το κερδίζουν κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή.
