Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Η απόρριψη έχει το δικό της βάρος. Είναι μαχαιριά, είναι φωτιά που σε καίει απότομα. Σου ρίχνει τον κόσμο κάτω, αλλά τουλάχιστον ξέρεις. Έχεις μια αρχή και ένα τέλος. Μπορείς να χτυπηθείς, να κλάψεις, να ουρλιάξεις, και μετά να μαζέψεις τα κομμάτια σου.
Η αβεβαιότητα όμως είναι άλλο τέρας. Δεν σου δίνει το δικαίωμα ούτε να θρηνήσεις ούτε να προχωρήσεις. Σε αφήνει να αιμορραγείς αργά, κάθε μέρα και λίγο παραπάνω. Είναι εκείνο το «ίσως» που κρύβεται πίσω από βλέμματα, πίσω από σιωπές, πίσω από μισές κουβέντες που ποτέ δεν γίνονται ολόκληρες.
Κι όσο περνάει ο καιρός, η αβεβαιότητα σε λιώνει. Σε κάνει να αναρωτιέσαι τι δεν κάνεις σωστά, γιατί δεν αρκείς, αν υπάρχει άλλος ή αν απλά δεν έχεις πια θέση στη ζωή του άλλου. Και όσο δεν παίρνεις απάντηση, τόσο φυλακίζεσαι σε μια αναμονή που σε τρώει ζωντανό.
Η απόρριψη είναι σκληρή, αλλά καθαρή. Σου δείχνει τον δρόμο: προχώρα. Η αβεβαιότητα δεν σου δείχνει τίποτα. Σε κρατάει δεμένο σε μια καρέκλα, με δεμένα μάτια, και σε αφήνει να μαντεύεις τι συμβαίνει γύρω σου. Σου αφήνει να χτίζεις σενάρια – άλλα γεμάτα φως, άλλα γεμάτα σκοτάδι – όλα όμως δηλητηριώδη.
Κι εσύ μένεις εκεί, να περιμένεις ένα μήνυμα που δεν έρχεται, μια λέξη που δεν ειπώθηκε ποτέ, μια απόφαση που δεν παίρνεται. Και στο τέλος, δεν σε σκοτώνει η απάντηση. Σε σκοτώνει η απουσία της.
Ο έρωτας δεν αντέχει το «ίσως». Αντέχει το πάθος, αντέχει το «όχι», αντέχει ακόμα και τον πόλεμο. Δεν αντέχει όμως το κενό. Γιατί το κενό είναι χειρότερο κι από την ήττα.
Οπότε, αν έχεις να επιλέξεις, προτίμησε το «όχι». Πονάει, αλλά τουλάχιστον σε λυτρώνει. Το «ίσως» σε δηλητηριάζει αργά, μέχρι που χάνεις και την τελευταία σπίθα σου.
