Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Υπήρξαν μέρες που ένιωθα την καρδιά μου καλυμμένη από πάγο. Σιωπηλή, απόμακρη, σαν χιόνι που σκεπάζει κάθε χρώμα μέσα μου. Μέρες που η μοναξιά έκανε τη φωνή μου να μοιάζει μακρινή, σα να ανήκε σε κάποιον άλλο.
Και τότε ήρθες εσύ. Χωρίς θόρυβο, χωρίς φωνές, απλώς υπήρξες εκεί. Με ένα βλέμμα που κατάλαβε χωρίς λέξεις, με μια παρουσία που έγινε καταφύγιο, με τη ζεστασιά σου που άρχισε να λιώνει τον πάγο κομμάτι-κομμάτι. Ξαφνικά, οι στιγμές γύρω μου γέμισαν φως: ένα χαμόγελο που μένει στο μυαλό, ένα άγγιγμα που θυμίζει σπίτι, μια λέξη που δεν φεύγει ποτέ.
Μου έμαθες ότι η ζεστασιά δεν είναι κάτι που ζητάμε, είναι κάτι που αφήνουμε να μας βρει. Στην απλότητα της καθημερινότητας, στις μικρές λεπτομέρειες, στα σιωπηλά «είμαι εδώ». Το άρωμα του καφέ το πρωί, το γέλιο που σπάει τη σιωπή, η μουσική που αγκαλιάζει την ψυχή· όλα αποκτούν άλλη διάσταση όταν κάποιος καταφέρνει να κάνει την καρδιά σου να χτυπάει ξανά ζεστά.
Και συνειδητοποιώ τώρα πως το μεγαλύτερο δώρο σου δεν ήταν απλώς η αγάπη σου. Ήταν η δύναμη να ζεστάνεις και πάλι τη δική μου καρδιά, να μετατρέψεις το κρύο σε φως, να μου δείξεις ότι ακόμα και οι πιο παγωμένες μέρες μπορούν να γίνουν ζεστές αν αφήσεις την καρδιά σου να λιώσει.
Εσύ που έλιωσες τον πάγο μου, δεν άλλαξες μόνο την ψυχή μου. Αλλαγές τη ζωή μου, με κάθε μικρή κίνηση, με κάθε βλέμμα, με κάθε στιγμή που με κάνεις να νιώθω σπίτι. Και για αυτό, κάθε φορά που σκέφτομαι το φως που φέρνεις, ξέρω ότι η καρδιά μου θα θυμάται πάντα πως η ζεστασιά μπορεί να επιστρέψει, αρκεί να υπάρχεις εσύ.
