Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Θες να σου πω απόψε ποιο είναι το μεγαλύτερο αγρίμι που έφτιαξε ποτέ η φύση;
Είναι εκείνη η γυναίκα που κανένας από τους άντρες που περάσανε από τη ζωή της, δεν κατάφερε να την κάνει να νιώσει γυναίκα.
Που σχεδόν την έπεισαν ότι δεν αξίζει σαν θηλυκό.
Που την άφησαν χιλιάδες νύχτες να κοιμάται ανέγγιχτη, να μην παίρνει αγκαλιές, βλέμματα κι οργασμούς.
Να αμφιβάλλει για την ίδια της τη φύση!
Κι έτσι, πέρασαν τα χρόνια.
Χρόνια που η ψυχή της σφίχτηκε σαν γροθιά.
Χρόνια που έθαβε την ανάγκη της κάτω από χαμόγελα με το ζόρι, και βλέμματα παγωμένα.
Χρόνια που δεν μίλησε ποτέ, σε κανέναν και για τίποτα.
Ούτε για τις νύχτες που άκουγε το σώμα της να φωνάζει.
Ούτε και για τις στιγμές που ένιωθε για το κορμί της μίσος.
Που ένιωθε να μην το αγαπάει.
Που έβλεπε να μην της το ποθεί ο ίδιος της ο σύντροφος.
Αυτές οι γυναίκες δεν είναι απλά πληγωμένες σας λέω.
Είναι αγρίμια που λουφάζουν τραυματισμένα στις φωλιές τους.
Που κουβαλάνε επάνω τους την ζωή που τους αρνήθηκε το αυτονόητο, να είναι επιθυμητές.
Να είναι και γυναίκες, θηλυκά, καύλες, κι όχι μόνο μαγείρισσες, μητέρες, κόρες ή σκιές.
Κι όσο δεν τις έβλεπε κανένας έτσι.
Όσο κανένας δεν κατέβασε το βλέμμα του στην διψασμένη σάρκα τους, αυτές αγρίευαν όλο και πιο πολύ.
Όχι από κακία, για επιβίωση.
Κι έτσι, στο τέλος αποδέχτηκαν πως δεν χρειάζονται κανέναν.
Να κλείνουν τα πόδια τους, όπως έκλεισαν και την καρδιά τους.
Να γίνονται λύκαινες τη μέρα, και φαντάσματα τη νύχτα.
Ωστόσο, πάντα μέσα τους υπήρχε ένα θηλυκό που ήλπιζε, προσεύχονταν και φώναζε…
“Κάποιος θα με δει. Κάποιος θα με αγγίξει. Κάποιος να με ποθήσει.”
Κι όταν έρθει επιτέλους αυτός ο κάποιος, ο ένας, ο τρελός, ο ιερόσυλος, ο άντρας που δεν φοβάται να καεί.
Αυτός που δεν θα τρομάξει από το θηρίο της, αλλά θα το πλησιάσει γυμνός, με τα χέρια του για φάρμακο και την ψυχή του γυμνή.
Τότε το αγρίμι γουργουρίζει.
Τότε ξεσπάει σε λυγμό.
Γιατί τελικά, καμιά δεν ήθελε ποτέ να γίνει λύκος.
Γυναίκα ήθελε να νιώθει, απλά, το ξέχασε πως γίνεται.
Εκείνη ακριβώς τη νύχτα λοιπόν, που δεν αγγίχτηκε μόνο, αλλά την είδανε όμορφη από την κορφή ως τα νύχια.
Που δεν φιλήθηκε απλά, αλλά την αποδέχτηκαν ολόκληρη.
Που δεν της είπανε πως είναι ωραία, αλλά της έδειξαν πως είναι ιερή.
Εκείνη την νύχτα, κι από αυτόν τον άντρα, ο θηρίο νικήθηκε, γονάτισε, συντρίφτηκε.
Και μέσα από τα συντρίμμια του, γεννήθηκε ξανά η γυναίκα.
Γυμνή, τρεμάμενη, αθώα.
Μα πιο δυνατή από ποτέ.
Και το αγρίμι;
Το αγρίμι φίλε μου το φύλαξε για πάντα μέσα της.
Μα τώρα πια το κυβερνούσε αυτή, κι όχι αυτό εκείνη.
