Γράφει η Ρόη Καπετάνου
Υπάρχουν στιγμές που δεν θες τίποτα και κανέναν. Δεν θες κουβέντες, δεν θες αγκαλιές, δεν θες εξηγήσεις. Θες σιωπή. Όχι τη γαλήνια. Τη βαριά. Εκείνη που σου επιτρέπει να μη νιώθεις για λίγο. Γιατί ακόμη κι εσύ ο ίδιος, σου είσαι βάρος.
Το σώμα συνεχίζει, αλλά μέσα σου όλα κολλάνε. Αναπνέεις ρηχά, σαν να σου τελειώνει ο αέρας. Το μυαλό σου γεμίζει σκοτάδι, όχι θεατρικό, όχι ποιητικό. Ένα σκοτάδι πρακτικό, καθημερινό, που σε κουράζει. Δεν κλαις πια. Ούτε αυτό δεν έχει μείνει. Σαν να στέρεψαν και τα δάκρυα από εξάντληση.
Σου είπαν πως υπάρχει φως πιο κάτω. Πως αν συνεχίσεις, κάπου θα φανεί. Κι εσύ περπατάς. Όχι γιατί πιστεύεις. Γιατί δεν έχεις άλλη επιλογή. Προχωράς μηχανικά, σε διαδρόμους που μοιάζουν ίδιοι, σε μέρες που δεν ξεχωρίζουν. Κι αυτές οι φωνές γύρω σου, που λένε «είσαι δυνατός», δεν σε βοηθούν. Σε θυμώνουν. Γιατί δεν ζητάς να είσαι δυνατός. Ζητάς να μη διαλυθείς.
Κάποιες φορές αμφιβάλλεις. Αν θα αντέξεις. Αν άξιζε. Αν όλο αυτό οδηγεί κάπου ή απλώς παρατείνει την κούραση. Κοιτάς τον εαυτό σου και δεν τον αναγνωρίζεις. Κι όμως, συνεχίζεις. Όχι από θάρρος. Από ένστικτο.
Η αλήθεια είναι απλή και σκληρή. Μπορεί να χαθείς πολλές φορές. Μπορεί να μπεις σε αδιέξοδα. Μπορεί να αργήσει η στιγμή που θα πεις «πέρασε». Αλλά όσο κινείσαι, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Όσο αναπνέεις, υπάρχει δρόμος. Όχι στρωμένος. Υπαρκτός.
Δεν χρειάζεται να βλέπεις το φως για να πας προς τα εκεί. Αρκεί να μη σταματήσεις. Γιατί αν δεν ήρθε το τέλος, τότε αυτό που ζεις είναι απλώς μια στάση. Κι όχι ο προορισμός.
