Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Όταν σε βλέπω να γελάς χωρίς εμένα, κάτι μέσα μου σφίγγεται. Όχι από ζήλια. Από απώλεια. Είναι σαν να παρακολουθώ μια εκδοχή της ζωής σου στην οποία δεν χωράω πια. Σαν να συνέχισες κανονικά κι εγώ έμεινα στο προηγούμενο κεφάλαιο.
Δεν είναι ότι δεν θέλω να γελάς. Θέλω. Πάντα ήθελα να είμαι ο λόγος που χαμογελάς. Αλλά όταν το χαμόγελό σου δεν με περιλαμβάνει, νιώθω πως αντικαταστάθηκα από μια ηρεμία που δεν ήμουν εγώ.
Κι ύστερα σε βλέπω λυπημένη.
Και εκεί πονάει αλλιώς. Πιο βαθιά. Γιατί ξέρω το βλέμμα σου όταν κάτι σε βαραίνει. Ξέρω πώς αλλάζει η φωνή σου όταν κρατιέσαι. Και η σκέψη ότι μπορεί να πονάς και να μην είμαι δίπλα σου να το κρατήσω, με διαλύει περισσότερο απ’ όσο παραδέχομαι.
Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. Να σε χάσω στην ευτυχία σου ή να σε χάσω στον πόνο σου.
Το πρώτο με κάνει να αισθάνομαι περιττός. Το δεύτερο ανίκανος. Και τα δύο με φέρνουν αντιμέτωπο με το ίδιο πράγμα. Ότι δεν έχω πια θέση στο κέντρο της ζωής σου.
Όταν ήμουν δίπλα σου, ήξερα πού στεκόμουν. Ήξερα τι ρόλο είχα. Ήμουν εκεί στις καλές μέρες και στις δύσκολες. Τώρα είμαι θεατής. Βλέπω αποσπάσματα. Εικόνες. Στιγμές. Χωρίς να μπορώ να τις αγγίξω.
Κι αν με ρωτήσεις τι θα προτιμούσα, δεν έχω καθαρή απάντηση. Δεν θέλω να σε βλέπω δυστυχισμένη για να νιώθω αναγκαίος. Ούτε θέλω να είσαι χαρούμενη μακριά μου για να μάθω να ζω χωρίς εσένα.
Θέλω κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο μαζί. Να είμαι εκεί. Όταν γελάς. Όταν κλαις. Όταν δεν ξέρεις τι νιώθεις.
Γιατί το αληθινό μαζί δεν είναι να μοιράζεσαι μόνο τη χαρά. Είναι να μην αφήνεις τον άλλον μόνο ούτε στη λύπη ούτε στην ευτυχία του.
Κι αυτό είναι που τελικά με πονά περισσότερο. Όχι το γέλιο σου. Όχι η θλίψη σου. Αλλά το ότι δεν τα μοιραζόμαστε πια.
