Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Ξέρεις τι είναι πιο σκληρό από ένα ψέμα; Μια σιωπή.
Γιατί το ψέμα τουλάχιστον σου δίνει κάτι να πιαστείς, έστω και ψεύτικο. Η σιωπή, όμως; Η σιωπή είναι ένα κενό που καταπίνει τα πάντα.
Κι εσύ… Εσύ έγινες σιωπή.
Δεν χρειάζεται να μου πεις «δεν σε θέλω». Το έχω ακούσει ήδη, στο τίποτα που μου αφήνεις. Δεν χρειάζεται να μου πεις «κάτι άλλαξε». Το έχω νιώσει στις παύσεις, στις απουσίες, στα βλέμματα που πλέον δεν κρατάνε πάνω από δύο δευτερόλεπτα.
Γιατί οι σιωπές μιλάνε. Και μιλάνε δυνατά.
Μη γελιέσαι. Δεν χρειάζεται να μου πεις «δεν ξέρω τι θέλω». Το ξέρω ήδη. Το διαβάζω στα μισογραμμένα μηνύματα που ποτέ δεν έστειλες, στο “διαβάστηκε” χωρίς απάντηση, στις μισές λέξεις που κόβονται πριν προλάβουν να βγουν από το στόμα σου.
Δεν με τρομάζει η αλήθεια σου. Με τρομάζει η δειλία σου να την πεις.
Γιατί όσο κι αν νομίζεις ότι με προστατεύεις, δεν το κάνεις. Η σιωπή δεν είναι καταφύγιο, είναι βασανιστήριο. Είναι εκείνο το αόρατο χέρι που σου σφίγγει το στομάχι, που σε κάνει να αναρωτιέσαι ξανά και ξανά τι πήγε στραβά.
Και το χειρότερο; Είναι επιλογή. Γιατί θα μπορούσες να μου πεις ξεκάθαρα, να τελειώσεις κάτι με τις λέξεις σου και όχι με την εξαφάνισή σου.
Αλλά δεν το έκανες.
Γιατί η σιωπή είναι εύκολη. Γιατί το να εξαφανίζεσαι απαιτεί μηδέν κότσια. Γιατί έτσι αποφεύγεις τις δύσκολες συζητήσεις, έτσι γλιτώνεις από την αλήθεια που δεν θες να αντιμετωπίσεις.
Αλλά να ξέρεις κάτι…
Μια σιωπή που κρατάει πολύ, γίνεται κραυγή. Και εγώ τις σιωπές τις ακούω πιο δυνατά απ’ τις λέξεις.
