Γράφει η Κική Μαυράκη
Δεν ήταν το φως, ούτε η θέα.
Ήσουν εσύ.
Εσύ που έπιασες το χέρι μου χωρίς να μου το ζητήσεις,
κι εγώ το κράτησα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Δεν μ’ έπεισε το μέγεθος του δαχτυλιδιού.
Με έπεισε το βάρος της αγκαλιάς σου.
Το ότι ήσουν εκεί σε όλες τις εποχές μου –
και δεν έφυγες ούτε όταν πάγωσα.
Είπα «ναι»
γιατί κατάλαβα ότι είσαι το “μαζί” που δεν χρειάζεται φίλτρα.
Το “μαζί” που δεν φωνάζει, αλλά στέκεται.
Πίσω μου. Δίπλα μου. Μαζί μου.
Δεν θέλω παραμύθια.
Τα βαρέθηκα.
Θέλω ρίζες.
Θέλω δέρμα που να αναγνωρίζει το δικό μου
και να λέει: «Εδώ ανήκεις.»
Και τώρα που η φωτογραφία τραβήχτηκε,
τώρα που το χέρι μου ακουμπάει πάνω στο δικό σου,
κατάλαβα:
Το “πάντα” δεν το ορκίζεσαι.
Το ζεις.
Μέρα με τη μέρα.
Γουλιά τη γουλιά.
Με το βλέμμα στραμμένο όχι στον φακό.
Αλλά ο ένας στον άλλον.
