Γράφει ο Ανδρέας Φιλίδης
Ένας άντρας καταλαβαίνει ότι τελείωσε όταν δεν έχει πια τίποτα έξυπνο να πει.
Όχι επειδή δεν έχει λόγια. Λόγια υπάρχουν πάντα. Τα βρίσκεις εύκολα όταν φοβάσαι να χάσεις κάτι. Λες πως θα αλλάξεις, πως δεν το εννοούσες έτσι, πως ήταν μια περίοδος, πως δεν ήξερες να το δείξεις. Μπορείς να φτιάξεις ολόκληρη ομιλία πάνω σε μια σχέση που άφησες να καίγεται αθόρυβα.
Αλλά κάποια στιγμή, κάθε φράση ακούγεται σαν να την έχεις ξαναπεί.
Και δεν φταίνε οι λέξεις. Φταίει ότι τις άδειασες από πράξεις.
Τότε δεν υπάρχει το σωστό μήνυμα. Δεν υπάρχει εκείνο το τηλεφώνημα που θα αλλάξει τη θερμοκρασία στο δωμάτιο. Δεν υπάρχει το αστείο που θα την κάνει να ξεχάσει όσα θυμήθηκε μόνη της, ούτε το βλέμμα που θα γυρίσει πίσω μια γυναίκα που έμαθε να φεύγει χωρίς φασαρία.
Το καταλαβαίνεις από κάτι μικρό.
Δεν σου απαντά με θυμό. Δεν σου ζητά εξηγήσεις. Δεν ανεβάζει τον τόνο. Σε κοιτάει ήσυχα, λες και έχει ήδη κάνει τη συζήτηση μέσα της και απλώς σε ενημερώνει ότι δεν θα είσαι στην επόμενη εκδοχή της.
Κι εκεί, για πρώτη φορά, δεν ξέρεις τι να πεις.
Γιατί ό,τι κι αν πεις θα είναι καθυστερημένο.
Όχι επειδή δεν σε αγάπησε.
Αλλά επειδή κουράστηκε να περιμένει να καταλάβεις αυτά που έπρεπε να είχες δει όταν ήταν ακόμη δίπλα σου.
Και τότε, ένας άντρας δεν καταλαβαίνει απλώς ότι τελείωσε.
Καταλαβαίνει πως δεν τον άφησε η γυναίκα που αγαπούσε.
Τον άφησε η εκδοχή της που είχε ακόμη υπομονή.
