Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Το «να προσέχεις» ήταν το μόνο που μπορούσα να σου πω χωρίς να φανώ ότι ακόμα σε θέλω.
Όλα τα υπόλοιπα θα ήταν πολύ.
Το «μου λείπεις» θα άνοιγε μια πόρτα που είχαμε κλείσει με τα χέρια, όχι με κλειδί. Το «θέλω να σε δω» θα έμοιαζε με πισωγύρισμα. Το «δεν περνάει μέρα που να μη σε σκέφτομαι» θα ακουγόταν σαν παραίτηση από όσα προσπάθησα να κρατήσω όρθια μέσα μου.
Οπότε είπα «να προσέχεις».
Δύο λέξεις. Καθαρές. Σχεδόν τυπικές. Λέξεις που μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο που κάποτε ήξερες απέξω και τώρα τον συναντάς μόνο σε αναμνήσεις, σε δρόμους που αποφεύγεις και σε τραγούδια που δεν αλλάζεις αμέσως, λες και θέλεις να τιμωρήσεις λίγο τον εαυτό σου.
Το «να προσέχεις» δεν ζητά απάντηση.
Δεν πιέζει. Δεν εκθέτει. Δεν παρακαλά.
Κι όμως, μέσα του χωράει όσα δεν είπα.
Να προσέχεις όταν γυρνάς αργά, γιατί πάντα ξεχνούσες να κοιτάξεις τον δρόμο. Να προσέχεις με εκείνους που σου λένε εύκολα τα σωστά λόγια. Να προσέχεις να μη δώσεις σε κάποιον όσα έδωσες σε μένα, αν δεν ξέρει τι να τα κάνει.
Να προσέχεις όταν γελάς, όταν πίνεις παραπάνω, όταν οδηγείς κουρασμένη. Να προσέχεις όταν είσαι καλά, γιατί τότε ξεχνάς ότι υπάρχουν άνθρωποι που θα ήθελαν να σε δουν να πέφτεις.
Και πάνω απ’ όλα, να προσέχεις τον εαυτό σου.
Γιατί εγώ δεν θα είμαι εκεί να στο θυμίζω.
Όχι επειδή δεν θέλω.
Αλλά επειδή μερικές φορές, το να αγαπάς κάποιον σημαίνει να μην του ζητάς να γυρίσει για να σου αποδείξει ότι άξιζες να μείνει.
