Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Αρχές Μαΐου, μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης που φωτίζεται από διάφορες κίτρινες λάμπες, περιμένω να έρθεις. Η θέα είναι μαγευτική, γυμνά συναισθήματα φανερώνονται στα πρόσωπα των ανθρώπων που περνούν από μπροστά μου. Τη νύχτα οι άνθρωποι λένε διάφορα πράγματα που το επόμενο πρωί ίσως μετανιώσουν.
Ίσως αυτό να περιμένω κι εγώ από εσένα απόψε. Να ξεγυμνώσεις τις σκέψεις σου και να τις μοιραστείς μαζί μου. Θέλω να ακούσω για τελευταία φορά τις υποσχέσεις σου. Αυτές που δεν πρόκειται να τηρήσεις, γιατί έτσι λειτουργεί η κρυφή μαγεία της πόλης. Ερωτεύεσαι για μια νύχτα μαζί της και το επόμενο πρωί, όλα καταλήγουν να μοιάζουν με ένα όμορφο όνειρο.
Θέλω να μου πεις όσα δεν τόλμησα ποτέ να ακούσω. Αυτά τα λόγια που σήμερα θα δείχνουν αληθινά και αύριο πάλι να τα ξεχάσεις, σαν να μην τα είπες ποτέ.
Θέλω να δω την προσωρινή ειλικρίνεια στα μάτια σου κάτω από το φως του φεγγαριού. Να ακούσω το ψεύτικο σου «σ’ αγαπώ» μαζί με το άγγιγμα σου, που χάνεται σε κάθε ήχο των κυμάτων.
Μια τελευταία αγκαλιά. Για να σφραγίσει όλα αυτά τα ψεύτικα λόγια που ούτε το φεγγάρι δεν ξεχνά, σαν σιωπηλός μάρτυρας που δεν θα μιλήσει ποτέ.
Το μόνο που σου ζητώ είναι να μην πεις αντίο.
Δεν θέλω να με αποχαιρετήσεις. Κράτησε το για το πρωί, όταν όλα θα έχουν ξεχαστεί…
