Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Κάποιες μέρες η ψυχή φοράει μαύρα. Όχι αυτά τα στιλάτα, τα «το παίζω γκόμενα», αλλά εκείνα τα μουντά, τα «μη μου μιλάς γιατί μπορεί να κλάψω ή να δαγκώσω». Ξέρεις ποια λέω. Είναι οι μέρες που η διάθεσή σου είναι κάτι μεταξύ απογοήτευσης και γεμιστών χωρίς τυρί. Αδιάφορη, ανούσια, και κάπως -έως πολύ- στον αυτόματο.
Τότε είναι που το ροζ σου μαζεύεται στη γωνία. Κουλουριάζεται σαν γάτα πίσω απ’ τον θυμό, πίσω από την κυνικότητα, πίσω από ατάκες τύπου «δε με νοιάζει πια». Μα το ξέρεις και το ξέρω, σε νοιάζει. Σε νοιάζει πολύ. Απλώς έχεις κουραστεί να το δείχνεις σε ανθρώπους που περνούν απ’ την καρδιά σου με τα παπούτσια τους γεμάτα λάσπες.
Γιατί το ροζ της ψυχής δεν είναι τσίχλα. Δεν είναι καρδούλες και γκλίτερ. Είναι το πιο άγριο και ευάλωτο κομμάτι σου. Είναι οι παιδικές σου πληγές που φορούν κουκούλα και λένε «όλα καλά». Είναι το χιούμορ σου, που στήνει κωμωδία μέσα στο δράμα, για να μην καταρρεύσεις. Είναι ο ρομαντισμός σου που επιμένει να ποτίζει κάκτους, μπας και ανθίσουν.
Και τότε εμφανίζονται εκείνοι. Οι λίγοι. Οι παράξενοι μα δικοί σου. Αυτοί που σε κοιτάνε στα μάτια όταν τους εκσφενδονίζεις καρφιά, και δεν τα κατεβάζουν. Αυτοί που όταν λες «άσε με ήσυχη», μένουν αλλά αθόρυβα. Που όταν τους πετάς μαύρο, σου απαντάνε με ροζ. Όχι φανταχτερό. Ένα απαλό ροζ μπομπονί, σαν μαλλί της γριάς που κολλάει στα δάχτυλα της αγάπης.
Αυτοί το αξίζουν. Όχι επειδή είναι τέλειοι. Αλλά επειδή έχουν το χάρισμα να βλέπουν πίσω από τα φίλτρα. Σαν τα παιδιά που κοιτάνε τα σύννεφα και βλέπουν δράκους, όχι βροχή να πλησιάζει. Αυτοί βλέπουν το παιδί μέσα σου, ενώ εσύ παριστάνεις την κακιά μάγισσα.
Το ροζ της ψυχής σου δεν είναι για όλους. Δεν είναι προσφορά σε βιτρίνα, ούτε συναίσθημα με ημερομηνία λήξης. Είναι χειροποίητο, έχει κόστος και δεν επιστρέφεται. Κι όσοι το δουν ενώ τους δείχνεις τον πιο γοτθικό σου εαυτό είναι οι άνθρωποί σου. Χρειάζεται καρδιά για να το αναγνωρίσεις και κότσια για να το κρατήσεις.
Κι όσο για τους άλλους; Άστους. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για να αντέχουν το φως που βγαίνει όταν αφήνεις κάτω τις ασπίδες σου. Άστους να φοβούνται το μαύρο. Εσύ να συνεχίσεις να το φοράς με στιλ, αλλά να θυμάσαι πάντα ότι η ψυχή σου είναι ροζ. Ίσως και πουά και μάλλον έχεις και φτερά. Μπορεί να είναι λίγο καμένα από προηγούμενα πετάγματα αλλά ακόμα ανοιγοκλείνουν.
Αν βρεις έστω έναν άνθρωπο που σε κοιτάζει όπως κοιτάς παγωτό μετά από δίαιτα, ενώ εσύ έχεις ύφος «μη μου μιλήσεις, μόλις έφαγα σοκολάτα και κλαίω χωρίς λόγο», κράτα τον.
Και δώσ’ του ροζ. Πολύ! Μπορεί να το χρειάζεται περισσότερο απ’ ό,τι εσύ.
