Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Τα μάτια σου… η αρχή και το τέλος μου. Από την πρώτη στιγμή που τα κοίταξα, ήξερα. Δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Ήταν σαν να βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε μια άβυσσο που με προκαλούσε να πηδήξω μέσα της χωρίς σκέψη, χωρίς δισταγμό. Κι εγώ πήδηξα. Χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες, χωρίς να υπολογίσω το κόστος.
Τα μάτια σου δεν είναι απλώς όμορφα. Είναι καθρέφτες που φωνάζουν αλήθειες, που σε αφοπλίζουν, που σε αναγκάζουν να δεις τον εαυτό σου γυμνό, χωρίς μάσκες, χωρίς άμυνες. Έχουν τη δύναμη να σε διαλύσουν και να σε ξαναχτίσουν, την ίδια στιγμή. Είναι εκείνα που μιλούν όταν όλα τα άλλα σωπαίνουν, που γελούν όταν το στόμα μένει ακίνητο, που φωνάζουν όταν το σώμα δεν τολμά.
Μαζί τους έμαθα τι σημαίνει να αγαπάς και να πονάς ταυτόχρονα. Είναι η αρχή μου, γιατί μέσα τους γεννήθηκε κάθε συναίσθημα που με ορίζει σήμερα. Είναι το τέλος μου, γιατί κάθε φορά που τα αντικρίζω, νιώθω να χάνομαι ξανά. Όπως την πρώτη φορά. Και δεν φοβάμαι. Γιατί αν είναι να χαθώ, ας είναι μέσα σ’ αυτά.
Ξέρεις τι είναι τα μάτια σου για μένα; Ένα σπίτι. Ένα λιμάνι που γυρίζω πάντα, ακόμα κι όταν η ζωή με πετάει σε θάλασσες που δεν αντέχω να κολυμπήσω. Είναι το σημείο που όλα σταματούν και ξεκινούν από την αρχή. Ένας κύκλος που δεν θέλω ποτέ να σπάσει.
Μπορεί να είμαι δυνατός, μπορεί να ξέρω πώς να στέκομαι όρθιος, αλλά μπροστά στα μάτια σου λυγίζω. Όχι από αδυναμία, αλλά από την ανάγκη να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο. Να γίνω ολόκληρος, έστω και για λίγο, μέσα στη δική σου αλήθεια. Να βρω αυτό που δεν έψαχνα, αλλά τελικά ήταν αυτό που πάντα χρειαζόμουν.
Τα μάτια σου… Κάθε φορά που τα κοιτάζω, είναι σαν να μου δείχνουν το τέλος ενός ταξιδιού που δεν θέλω να ολοκληρωθεί. Και την ίδια στιγμή, την αρχή ενός άλλου που με προσκαλεί να το ζήσω. Ξανά και ξανά. Δεν είναι απλά όμορφα. Είναι επικίνδυνα. Κι εγώ; Εγώ είμαι εθισμένος. Έχω παραιτηθεί από την ανάγκη να τα «αντέξω». Γιατί, αλήθεια, ποιος μπορεί να αντέξει κάτι τόσο δυνατό;
Η αρχή και το τέλος μου. Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο. Κι αυτό είναι αρκετό.
