Γράφει η Κατερίνα Μίσσια
Στα μηνύματα που δεν σου έστειλα ποτέ, εκεί στα είπα όλα.
Πως κάθε «είμαι καλά» ήταν μισή αλήθεια. Πως κάθε σιωπή είχε το όνομά σου μέσα της. Πως έγραφα και έσβηνα προτάσεις, λες και μπορούσα έτσι να σβήσω κι εσένα.
Στα μηνύματα που δεν πάτησα ποτέ «αποστολή», σε κράτησα λίγο ακόμη κοντά μου.
Γιατί όταν φεύγουν οι άνθρωποι, μένουν οι λέξεις να περιφέρονται σαν φώτα ανοιχτά σε άδειο σπίτι.
Κι αν ποτέ τα διάβαζες, ίσως να μάθαινες ότι δεν θύμωσα που έφυγες. Θύμωσα μόνο που δεν γύρισες ποτέ να δεις τι άφησες πίσω.
Κι όταν ήρθε η στιγμή να τα διαβάσεις, ήταν πια αργά για εξηγήσεις.
Οι λέξεις είχαν κουραστεί να περιμένουν κι εγώ να ελπίζω πως ένα «γύρνα» θα μπορούσε να αλλάξει το τέλος.
Τα κράτησες στα χέρια σου για λίγο, σαν κάτι εύθραυστο που φοβόσουν να αγγίξεις.
Κι ανάμεσα στις γραμμές είδες όλα όσα δεν κατάφερα ποτέ να σου πω κοιτώντας σε.
Ίσως τότε να κατάλαβες πως κάποιοι άνθρωποι αγαπούν αθόρυβα.
Τόσο αθόρυβα, που μοιάζει σαν να μην αγάπησαν ποτέ.
Κι όμως.
Ολόκληρη η καρδιά μου ζούσε χρόνια μέσα σε εκείνα τα μηνύματα που δεν έφυγαν ποτέ.
