Γράφει ο Μιχάλης Στεφανίδης
Ο έρωτας δεν φεύγει. Μην τον κατηγορείς. Εκείνος μένει πάντα, καρφωμένος στο ίδιο σημείο. Με τα ίδια βλέμματα, τα ίδια χέρια, τις ίδιες ανάσες που κάποτε ένιωθες πάνω σου σαν φλόγες.
Φεύγουν οι άνθρωποι. Αυτοί που δεν άντεξαν να μείνουν, όχι γιατί δεν σε ήθελαν, αλλά γιατί δεν μπορούσαν να σε κρατήσουν. Αυτοί που δεν πάλεψαν. Που έκαναν πίσω μπροστά στο «μαζί». Που θεώρησαν πως όλα θα είναι πάντα εύκολα ή αλλιώς δεν αξίζουν να είναι καθόλου.
Κι ο έρωτας; Ο έρωτας μένει. Καρτερεί. Σαν σκιά που δεν λέει να ξεκολλήσει από το δέρμα. Πιο πολύ πονάει αυτό. Όχι που έφυγε. Αλλά που άφησε πίσω του έναν έρωτα άγρυπνο, σαν πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.
Γιατί το χειρότερο δεν είναι να τελειώσει κάτι. Είναι να μην τελειώσει ποτέ.
Να έχεις μέσα σου έναν άνθρωπο που τον σκέφτεσαι ακόμα όταν ξυπνάς, όταν βρέχει, όταν μυρίσεις το άρωμα του στα ρούχα κάποιου άλλου. Να περπατάς δίπλα σε σώματα που δεν αγγίζουν τίποτα μέσα σου. Γιατί εσύ είχες αγγίξει το «όλα» και τώρα σε καταδιώκει η σύγκριση.
Ο έρωτας που δεν έσβησε, δεν σου επιτρέπει να ζήσεις μισά. Σου φωνάζει κάθε μέρα πως τα μεγάλα δεν έχουν μισές λύσεις. Κι εσύ προσπαθείς να σώσεις ό,τι απέμεινε από τη μνήμη, να βρεις λογικές εξηγήσεις για κάτι που ήταν απλώς… αλήθεια.
Κι η αλήθεια πονάει. Όχι επειδή τελείωσε. Αλλά επειδή ακόμη υπάρχει. Σαν φάντασμα που κάθεται απέναντί σου και σε κοιτάζει σιωπηλά.
Δεν θα στο πει κανείς ξεκάθαρα, μα να το θυμάσαι:
Όταν ο έρωτας ήταν αληθινός, δεν φεύγει. Ο άνθρωπος απλώς δεν άντεξε να μείνει.
