Γράφει η Λίνα Παυλοπούλου
Ξύπνησα πρωί.
Πέταξα τα σκεπάσματα και αναζήτησα την ώρα.
Χαμογέλασα.
Συνεπής στο πνευματικό μου ραντεβού.
Άνοιξα τις κουρτίνες.
Χιονίζει!
Είναι Μάρτης κι όμως η Άνοιξη δεν φάνηκε ακόμα.
Ετοιμάστηκα γρήγορα και έφυγα απ’ το σπίτι κλειδώνοντας την πόρτα.
Μπρρρ… κρύο πολύ κάνει έξω.
Άνοιξα το βήμα μου να ζεσταθώ με την κίνηση.
Σκέψεις ανάμικτες, συναισθήματα μπερδεμένα.
Κρύος αέρας στο πρόσωπό μου, κρύο και στην καρδιά μου.
Περπάτησα αρκετά και έφτασα στον προορισμό μου.
Μπήκα στην εκκλησία.
Εδώ νιώθω αγαλλίαση.
Εδώ ηρεμούν τα μέσα μου.
Εδώ ζεσταίνεται η καρδιά μου.
Εδώ αναπαύεται το είναι μου.
Ένα κεράκι για όσους το έχουν ανάγκη.
Ένα ακόμα για όσους δεν είναι δίπλα μας.
Ένα για τα αγαπημένα πρόσωπα.
Τα μάτια μου υψώνονται στην Παναγία μας.
Την παρακαλώ να μας έχει καλά, να μας προστατεύει, να μας έχει υπό την σκέπη Της.
Ένα δάκρυ συγκίνησης, θυμίαμα και προσευχή μου.
Το αντίδωρο στο χέρι, η ηρεμία στην ψυχή και περπατώ το δρόμο της επιστροφής.
Το χιόνι σταμάτησε, ο ήλιος ξεπρόβαλε και μια αμυγδαλιά πεισματικά καλωσορίζει την Άνοιξη.
Βάζω το κλειδί στην πόρτα.
Ανοίγει στην πρώτη βόλτα.
Προχωρώ στο διάδρομο που μυρίζει απουσία.
Βλέπω το κλειδί πάνω στο τραπέζι.
Κάτι σπάει μέσα μου.
Η καρδιά πονάει.
Σκηνές περνούν από μπροστά μου.
Συρτάρια άδεια, βαλίτσες που γεμίζουν ρούχα, ζωές που μοιράζονται διαφορετικούς δρόμους.
Μπρρ… ξαφνικά πόσο κρύο και άδειο το σπίτι.
Πόσο χιόνι πέφτει στην καρδιά.
Η εικόνα του κλειδιού ακουμπισμένο στο τραπέζι, τίτλοι τέλους σε ένα έργο που γοήτευσε και απογοήτευσε.
Και μια φράση πηγαινοέρχεται στο μυαλό μου.
“Τα στερνά τιμούν τα πρώτα”.
Και μετά, σιωπή.
Βλέμμα απλανές, μοναξιά και μια περίεργη ηρεμία.
Ίσως γιατί παρά την απουσία, νιώθω τόσο παρούσα σ’ αυτή τη μοναξιά μου.
Υ.Γ.: Αφιερωμένο με αγάπη… ξέρεις εσύ.
