Γράφει η Καίτη Αγγελιδάκη
Μου θυμίζεις εμένα, επικίνδυνα.
Και δεν είναι κομπλιμέντο αυτό. Είναι εκείνη η μικρή ανησυχία που σου κάθεται στο στήθος και δεν φεύγει. Γιατί σε βλέπω και αναγνωρίζω πράγματα που πάλεψα να ξεμάθω. Τον τρόπο που χαμογελάς ενώ κάτι σε τρώει μέσα σου. Τον τρόπο που δίνεσαι χωρίς να λες πολλά, αλλά περιμένεις να σε καταλάβουν. Λες και η αγάπη πρέπει να διαβάζεται, όχι να λέγεται.
Κι αυτό, ξέρεις, πληγώνει.
Μου θυμίζεις εκείνη την εκδοχή μου που άντεχε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε. Που έμενε λίγο παραπάνω, που συγχωρούσε λίγο πιο εύκολα, που έβαζε τους άλλους μπροστά και τον εαυτό της πίσω. Όχι γιατί δεν ήξερε. Αλλά γιατί ήλπιζε.
Και η ελπίδα είναι όμορφη. Μέχρι να γίνει συνήθεια.
Σε βλέπω να κάνεις τα ίδια. Να ψάχνεις το “καλό” εκεί που σου δίνουν το “λίγο”. Να λες “δεν πειράζει” εκεί που κανονικά θα έπρεπε να πειράζει. Να φοβάσαι να ζητήσεις, μήπως φανείς υπερβολική. Να φοβάσαι να φύγεις, μήπως χάσεις κάτι που ίσως γίνει.
Και θέλω να σου πω να προσέξεις.
Όχι γιατί θα πληγωθείς. Αυτό είναι σχεδόν δεδομένο. Αλλά γιατί υπάρχει ένα σημείο που, αν το περάσεις, δεν θα ξέρεις πια πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζουν οι άλλοι. Και τότε δεν είναι αγάπη. Είναι απώλεια.
Μου θυμίζεις εμένα, αλλά όχι εκείνη που είμαι τώρα.
Εκείνη που έμαθε. Που κουράστηκε να εξηγεί, να περιμένει, να δίνει χωρίς να παίρνει. Εκείνη που κάποια στιγμή στάθηκε μπροστά στον εαυτό της και είπε “φτάνει”. Όχι από θυμό. Από καθαρότητα.
Και αν μπορούσα να σου δώσω κάτι, δεν θα ήταν συμβουλή.
Θα ήταν μια υπενθύμιση.
Μην μικραίνεις για να χωρέσεις. Μην σωπαίνεις για να κρατήσεις. Μην περιμένεις να σε διαβάσουν. Να μιλάς. Να ζητάς. Να φεύγεις όταν δεν σε βλέπουν.
Γιατί αν μου θυμίζεις εμένα επικίνδυνα, τότε ξέρω πού μπορεί να πας.
Και θέλω να σε προλάβω.
Όχι για να μην αγαπήσεις.
Αλλά για να μην ξεχάσεις εσένα μέσα σε αυτό.
