Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Φαντάσου να μπαίνει κάποιος στη ζωή σου και να μην χρειάζεται καμία εξήγηση. Να μην υπάρχουν αμήχανες παύσεις, ούτε ατέλειωτες κουβέντες για να πείσεις ότι ταιριάζετε. Να είναι σαν να τον ξέρεις ήδη. Σαν να κουβαλάει μαζί του όλη την οικειότητα ενός παλιού φίλου και όλη την ανυπομονησία ενός ανθρώπου που έψαχνε χρόνια να σε βρει.
Δεν είναι πολλοί αυτοί οι άνθρωποι. Δεν θα τους συναντήσεις σε κάθε γωνιά. Είναι σπάνιοι, σχεδόν εξωπραγματικοί. Κι όμως, όταν βρεθούν μπροστά σου, ξέρεις. Δεν χρειάζεται να στο πει κανείς. Το νιώθεις στο δέρμα σου, σαν ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνά κάθε κύτταρο.
Αλλάζουν τον ορισμό του χρόνου. Μαζί τους το «πριν» και το «μετά» γίνονται ασήμαντα. Δεν έχει σημασία πόσα χρόνια έζησες χωρίς αυτούς. Δεν έχει σημασία πόσα θα έρθουν μετά. Σημασία έχει η αίσθηση ότι κάποιος σε περίμενε μια ζωή για να σε βρει. Και τώρα που σε βρήκε, όλα αλλάζουν.
Δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια. Ένα βλέμμα αρκεί. Ένα χαμόγελο που σε κάνει να νιώθεις σπίτι. Ένα άγγιγμα που λες «γι’ αυτό έψαχνα τόσο καιρό». Δεν σου πουλάνε παραμύθια, δεν φοράνε μάσκες. Έρχονται αληθινοί, και ίσως γι’ αυτό σε τρομάζουν. Γιατί εκείνοι δεν σε γνωρίζουν απλώς. Σε αναγνωρίζουν.
Αν είσαι τυχερός, θα ζήσεις μια τέτοια συνάντηση. Αν όχι, θα συνεχίσεις να την κυνηγάς σε λάθος πρόσωπα, μέχρι να μάθεις να ξεχωρίζεις. Γιατί αυτός που σε περίμενε μια ζωή δεν είναι «τέλειος». Είναι αληθινός. Και αυτή η αλήθεια του είναι αρκετή για να αλλάξει τον κόσμο σου.
Μερικοί άνθρωποι δεν έρχονται για να σε μάθουν απ’ την αρχή. Έρχονται για να σου θυμίσουν ποιος ήσουν πάντα.
