Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Μου μιλάς.
Σε αισθάνομαι.
Το ξέρω ότι φαίνεται περίεργο, ίσως λίγο μαγικό για εμένα. Βλέπω τα σημάδια σου. Τα αφήνεις να με ενοχλούν, να μου υπενθυμίζουν ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει. Σαν να είσαι ακόμα εδώ.
Συνηθίζω να περνάω κάτω από τις πολυκατοικίες που καθόμασταν όταν ο ουρανός αποφάσιζε να ρίξει τα δικά του δάκρυα. Εκεί που μοιραζόμασταν τα νέα μας. Εκεί που γράφαμε τα δικά μας όνειρα. Υπάρχει ακόμα το όνομά σου γραμμένο στον τοίχο. Ήταν ένας απλός μαύρος μαρκαδόρος που πίστευα θα σε εξαφάνιζε μετά από καιρό. Δεν έχει ξεθωριάσει καθόλου, ούτε ένα γράμμα σου.
Όπως και από την καρδιά μου.
Έμεινες ανεξίτηλα εκεί.
Όλες οι αναμνήσεις περνούν μπροστά από τα μάτια μου. Σαν να τις ζω για δεύτερη φορά. Μπορείς όμως να επιστρέψεις στο παρελθόν;
Με εσένα, πίστεψε με, μπορώ.
Εξάλλου το είχες πει.
« Αν ποτέ χαθούμε, εγώ θα βρίσκομαι παντού. Θα σε ακολουθώ ».
Στην αρχή τα λόγια σου με καθησύχαζαν, σαν μια γλυκόπικρη υπόσχεση. Με τον καιρό κατάλαβα πως ήταν η χειρότερη ευχή και κατάρα που θα μπορούσες να μου δώσεις. Από την άλλη, κι εγώ θα ήθελα να με ακολουθείς. Δεν θα ήθελα να σε χάσω εντελώς από την ζωή μου. Με αυτό τον τρόπο, ένα μικρό κομμάτι σου συνέχιζε να ζει μαζί μου.
Οι πρώτες σταγόνες του καλοκαιριού άρχισαν να πέφτουν με αργό ρυθμό. Είναι περίεργο, δεν υπάρχουν σύννεφα τριγύρω. Θέλω να τις νιώσω.
Να θυμηθώ τους χορούς μας κάτω από την βροχή.
Ίσως να είναι κι αυτό ένα από τα σημάδια σου.
Σαν να θέλεις να χορέψεις μαζί μου, για άλλη μια φορά.
Στέκομαι κάτω από την βροχή. Με κάθε σταγόνα που αγγίζει το δέρμα μου, νιώθω πως με αγγίζεις κι εσύ. Είδες που τελικά μπορώ να επιστρέψω πίσω στο παρελθόν; Βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου και χορεύουμε ελπίζοντας πως θα κρατήσει για πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα, μυρίζω το άρωμά σου.
Ήσουν εσύ.
Η βροχή σταμάτησε απότομα. Ένιωσα τις ακτίνες του ήλιου να θερμαίνουν με τρυφερό τρόπο το πρόσωπό μου, σαν ένα ήρεμο, ζεστό φιλί αποχαιρετισμού. Ένα μικρό μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη μου.
Σε ευχαριστώ που κράτησες την υπόσχεση.
