Γράφει η Ελπίδα Τάσσιου
Υπάρχουν μέρες που δεν ζητάς παρέα. Δεν ζητάς συμβουλές. Δεν ζητάς ούτε κουράγιο. Θέλεις μόνο να σταματήσει ο θόρυβος. Οι άνθρωποι, οι ειδοποιήσεις, οι προσδοκίες, ακόμη και οι ίδιες σου οι σκέψεις. Γιατί υπάρχουν στιγμές που ο πιο κουραστικός άνθρωπος μέσα στο δωμάτιο είσαι εσύ.
Κουβαλάς τον εαυτό σου σαν βρεγμένο παλτό. Κάθε βήμα μοιάζει βαρύτερο από το προηγούμενο. Αναπνέεις μηχανικά, χαμογελάς από συνήθεια, απαντάς «καλά είμαι» επειδή δεν έχεις τη δύναμη να εξηγήσεις το αντίθετο. Κι εκεί είναι που οι μεγάλες κουβέντες αρχίζουν να ακούγονται σχεδόν προσβλητικές. «Όλα θα πάνε καλά». «Να είσαι δυνατός». «Ο χρόνος θεραπεύει». Όχι. Υπάρχουν μέρες που τίποτα από αυτά δεν χωράει μέσα σου. Υπάρχουν μέρες που το μόνο που καταφέρνεις είναι να επιβιώσεις μέχρι να νυχτώσει.
Και ξέρεις κάτι;
Δεν είναι αποτυχία.
Είναι ζωή.
Μας έμαθαν να θαυμάζουμε μόνο όσους στέκονται όρθιοι. Κανείς όμως δεν μιλάει για το θάρρος εκείνου που, ενώ διαλύεται εσωτερικά, συνεχίζει να βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Όχι επειδή πιστεύει ότι αύριο όλα θα είναι καλύτερα. Αλλά επειδή δεν του απέμεινε άλλη επιλογή από το να συνεχίσει.
Η ελπίδα δεν είναι πάντα μια δυνατή φλόγα.
Κάποιες φορές είναι ένα σχεδόν σβησμένο φυτίλι που αρνείται πεισματικά να σβήσει.
Και ίσως αυτό να αρκεί.
Δεν χρειάζεται να βλέπεις ολόκληρο τον δρόμο για να προχωρήσεις. Αρκεί να βλέπεις το επόμενο βήμα. Δεν χρειάζεται να νιώθεις γενναίος κάθε μέρα. Αρκεί να μην παραδώσεις τη ζωή σου στις πιο σκοτεινές σκέψεις της.
Κάποια στιγμή θα γυρίσεις πίσω και θα απορήσεις με τον άνθρωπο που κατάφερε να περάσει μέσα από τόσο σκοτάδι χωρίς να χαθεί ολοκληρωτικά.
Όχι γιατί ήταν πιο δυνατός από τους άλλους.
Αλλά γιατί, ακόμη και στις μέρες που δεν πίστευε στον εαυτό του, συνέχισε να περπατά.
Και μερικές φορές, αυτό είναι το πιο γενναίο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος.
