Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Είναι τόσα πολλά που σκέφτεται. Εδώ και καιρό προσπαθεί να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον εαυτό της μπας και ξεχάσει, μπας και καταφέρει να πονάει λιγότερο. Όλα μοιάζουν να κυλούν ομαλά μέσα στη μέρα. Βγαίνει, γελάει, μοιάζει με το κορίτσι που ήταν πριν από εκείνον.
Εκείνο το ευτυχισμένο κορίτσι που κατάφερε μετά από πολύ κόπο να είναι χαρούμενο. Οι δύσκολες στιγμές έρχονται τα βράδια. Τότε που η βουή του κόσμου ησυχάζει και αρχίζει να ακούει τις σκέψεις της. Εκείνες τις στιγμές που είναι μόνη και τον θυμάται ξανά. Που θυμάται τα λόγια του, τα γέλια τους, τις όμορφες στιγμές τους, που τελικά δεν ήταν αρκετές για να νικήσουν τα σκοτάδια του.
Προσπαθεί τόσο σκληρά να πάψει να τον αγαπά, μα ας μη γελιόμαστε, αυτό δεν είναι εφικτό. Όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, αν αγαπήσεις αληθινά, αυτή η αγάπη δε φεύγει, μένει εκεί, ίσως αλλάζει μορφή, καμουφλάρεται σε πόνο, μίσος, απέχθεια αλλά η βάση είναι η ίδια.
Βγήκε μια βόλτα στη θάλασσα μόνη. Άνοιξε τη συνομιλία τους. Το όνομα το ίδιο μα η πόρτα έκλεισε, την έκλεισε εκείνη για να μην μπορεί εκείνος να επικοινωνεί μαζί της. Πόσα ψέματα θα πει ακόμη άραγε; Φυσικά και θέλει να επικοινωνήσει μαζί της, απλώς του το κάνει πιο δύσκολο. Ίσως για να δει αν τελικά υπάρχει κάτι ζωντανό ακόμη ή αν ήταν όλα στο μυαλό της. Η αυταπάτη της ελπίδας.
Ο ήλιος ζεσταίνει το πρόσωπο της, ένα δάκρυ κύλησε και τα όμορφα λόγια της αρχής ξεπρόβαλαν στην οθόνη του κινητού της. Κι άλλο δάκρυ. Πόσο μπορεί να σου λείπει ένας άνθρωπος που σε έχει πονέσει τόσο βαθιά, αναρωτιέται. Γιατί κανείς δεν μιλάει για τη δυσκολία να ξεπεράσεις την απώλεια ενός ανθρώπου που είναι εν ζωή; Γιατί ποτέ κανείς δεν μιλά για το σαράκι που λέγετε ελπίδα; Εκείνο που σου τρώει λίγο, λίγο την ψυχή;
Άφησε τα δάκρυα της να κυλήσουν μετά από πολύ καιρό. Μια φωνούλα μέσα της, της ψιθύρισε «αν ήθελε, αν σε αγαπούσε, αν νοιαζόταν, θα ήταν εδώ κι εσύ θα χαμογελούσες».
Σκούπισε την άμμο από το παντελόνι της, τα μάτια της από τα απομεινάρια μιας μονόπλευρης αγάπης κι έφυγε. Έφυγε για ακόμη μια φορά μόνη.
