Γράφει η Μαρία Αρφαρά
Μπήκες στη ζωή μου αναπάντεχα ένα ζεστό μεσημέρι του Οκτώβρη. Σε κοίταξα , με κοίταξες και όλα άλλαξαν μαγικά. Κι ενώ οι σειρήνες του ενστίκτου μου, ούρλιαξαν απεγνωσμένα, τις αγνόησα επιδεικτικά.
Ήξερα ότι το ένστικτό μου δεν κάνει ποτέ λάθος. Κι όμως αποφάσισα να το ρισκάρω, γνωρίζοντας οτι θα χάσω, θα πονέσω, θα κλάψω. Στην αρχή όλα κυλούσαν ομαλά κάτι το οποίο με χαροποιούσε και με γέμιζε προσδοκίες.
Ώσπου ξαφνικά , όλα γκρεμίστηκαν σαν χάρτινος πύργος. Δεν περίμενα μια τόσο τραγική εξέλιξη. Πόνος και θλίψη πλημμύρισαν την ψυχή μου καθώς και θυμός προς τον ίδιο μου τον εαυτό. Κι αυτό γιατί δεν άκουσα το ένστικτό μου και τα σημάδια που ολοκάθαρα απλώνονταν μπροστά μου. Αντιθέτως τα αγνόησα και συνέχισα να συντηρώ μια κατάσταση που απο την αρχή φαινόταν καταδικασμένη.
Παρόλο που ο χρόνος κύλησε με τις πληγές να επουλώνονται στην ψυχή μου, να ξέρεις μου χρωστάς ένα “για πάντα” κι ένα βλέμμα. Εκείνο το “για πάντα” που περίμενα τόσους μήνες να ακούσω αλλά το κατάπιε ο αρρωστημένος σου εγωισμός. Εκείνο το βλέμμα που ξεχειλίζει πόθο και δεν είδα ποτέ απο εσένα.
Πόσο πολύ ήθελα να δω αυτό το βλέμμα να ήξερες που φωνάζει τον πόθο, το θαυμασμό, την έλξη που νιώθει ένας άντρας για μια γυναίκα. Μπορεί να μου έλεγες τι αισθάνεσαι για μένα μα ποτέ δεν τα διάβασα στο βλέμμα σου. Το βλέμμα και οι λέξεις σου δεν συμβάδιζαν.
Ήταν σαν ένα σταυροδρόμι με δυο διαφορετικές κατευθύνσεις. Ποια είναι η αληθινή; Ποια να πιστέψω; Ποια να διαλέξω; Δεν ήξερα. Κι όμως ήξερα αλλά συντηρούσα το παραμύθι που ήθελα να πιστέψω. Ένα παραμύθι που όμως δεν είχε ένα υπέροχο και χαρούμενο τέλος αλλά ένα φινάλε που σαν θύελλα άφησε στο πέρασμα της ένα χαοτικό σκηνικό.
Ακόμη ένα μάθημα προστέθηκε στην ψυχή μου με σκοπό να τη θωρακίσει. Και αυτή είναι η τελευταία φορά! Το έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου!
