Γράφει η Φαρμάκη Αλεξάνδρα
Η τρυφερότητα είναι το πιο ερωτικό πράγμα που υπάρχει.
Και ταυτόχρονα, το πιο παρεξηγημένο.
Ίσως γιατί δεν φωνάζει. Δεν εντυπωσιάζει. Δεν κάνει θόρυβο.
Δεν ανεβάζει παλμούς όπως το πάθος,
δεν κρύβει παιχνίδι όπως ο ερωτισμός της αμφιβολίας,
δεν έχει βεντάλιες, ούτε στρατηγική.
Η τρυφερότητα δεν κυνηγά να σε εντυπωσιάσει.
Κυνηγά να σε φροντίσει.
Να σου κρατήσει το πρόσωπο όπως δεν σου το κράτησε κανείς.
Να σου βάλει το χέρι στον αυχένα με τρόπο που σε διαλύει χωρίς να σε εκθέτει.
Να σε κοιτάξει τόσο απαλά που να νιώσεις πως γίνεσαι διάφανος, αλλά ασφαλής.
Κι όμως, κάπου στη διαδρομή, μάθαμε να παρεξηγούμε την τρυφερότητα.
Να τη συγχέουμε με τη συνήθεια.
Να τη φοβόμαστε σαν προάγγελο βαρεμάρας.
Να την πετάμε γιατί δεν έχει “παιχνίδι”.
Αλλά η τρυφερότητα δεν είναι απουσία πόθου.
Είναι η ωρίμανσή του.
Είναι το σημείο που ο έρωτας ενηλικιώνεται.
Που δεν ψάχνει πια να κατακτήσει, αλλά να αγγίξει.
Που δεν χρειάζεται να φωνάζει “σε θέλω”, γιατί το δείχνει σε κάθε μικρή, σχεδόν ασήμαντη κίνηση.
Ένας άνθρωπος που σε αγγίζει με τρυφερότητα,
που σε κοιτά με ησυχία,
που δεν βιάζεται, δεν παίζει, δεν απαιτεί —
είναι ένας άνθρωπος που έχει δει κάτι βαθύτερο σε σένα.
Και εκεί βρίσκεται το πιο σπάνιο είδος ερωτισμού:
αυτό που δεν σε εξιτάρει για να σε κερδίσει,
σε ηρεμεί για να μείνεις.
Αυτό που δεν σε κατακτά σαν έπαθλο,
σε πλησιάζει σαν προσευχή.
Η τρυφερότητα είναι η μορφή του έρωτα που μένει όταν όλα τα άλλα έχουν καεί.
Και αν σταθείς τυχερός και τη βρεις —
κράτα την.
Γιατί εκεί θα μάθεις τι σημαίνει να σε αγαπούν χωρίς φόβο.
