Γράφει η Άννα Παπαϊωάννου
Δεν είναι δύσκολο να επιστρέψει κάποιος στη μνήμη σου. Αρκεί ένα όνομα που θα ακουστεί ξανά, μια φήμη πως σε αναζητά, μια φωτογραφία που μοιάζει με τα μάτια του. Κι εκεί που νόμιζες πως έχεις προχωρήσει, ξαφνικά ανασύρεται όλο το παρελθόν σου μπροστά.
Κάποτε είχατε πει όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν. «Σ’ αγαπώ, αλλά δεν μπορώ». «Είσαι το καλύτερο που μου συνέβη, αλλά δεν είμαι εγώ το καλύτερο για σένα». Συγγνώμες ντυμένες με δάκρυα, υποσχέσεις που είχαν ήδη λήξει τη στιγμή που ειπώθηκαν. Έτσι τελειώνουν συνήθως οι ιστορίες: όχι με θόρυβο, αλλά με προβλέψιμες φράσεις που έχουν ειπωθεί χιλιάδες φορές.
Έφυγες τότε, και πόνεσες. Έκλαψες, λύγισες, έχασες δρόμους και προσανατολισμό. Μα στο τέλος, κράτησες τον μόνο άνθρωπο που μπορούσε να σε σώσει: τον εαυτό σου. Έβαλες μπροστά το «εγώ» σου, έφτιαξες τη ζωή σου χωρίς εκείνον. Και τελικά κατάλαβες πως μπορείς. Όχι μόνο να επιβιώσεις, αλλά να σταθείς.
Γι’ αυτό, όταν γύρισε ξανά να ζητήσει να σε δει, δεν υπήρχε εκκρεμότητα. Είχες κλείσει τον κύκλο. Οι εξηγήσεις είχαν δοθεί τότε, κι ας μην άλλαξαν τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί σήμερα που δεν ειπώθηκε χθες.
Συγγνώμες, φιλιά που στάζουν δάκρυα, αγκαλιές που θυμίζουν αποχαιρετισμό – όλα αυτά τα έζησες. Δεν τα χρειάζεσαι πια. Η πόρτα σφραγίστηκε. Δεν χωρά ούτε η σκιά του να περάσει. Γιατί έμαθες το μάθημα, πως αν αφήσεις ξανά να μπει, θα ξανασπάσεις εσύ.
Κι έτσι, όταν το κουδούνι σώπασε, δεν ένιωσες λύπη. Ένιωσες λύτρωση.
