Γράφει η Ευγενία Λαμπράκη
Πώς λες αντίο σε εκείνον που πίστεψες πως δεν θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς αυτόν; Δεν λες. Δεν βρίσκεις ποτέ τις λέξεις, δεν βρίσκεις τον τρόπο. Κι έτσι, απλώς φεύγεις. Σιωπηλά, σχεδόν κρυφά, σαν να μην θες ούτε η ίδια σου η καρδιά να το καταλάβει.
Δεν υπάρχουν μεγάλοι αποχαιρετισμοί. Υπάρχει ένα μάζεμα βιαστικό· όσα κομμάτια σου μπορείς να σώσεις τα ρίχνεις σε μια βαλίτσα και παίρνεις δρόμο. Χωρίς να κοιτάξεις πίσω, χωρίς να εξηγήσεις, χωρίς να υποσχεθείς τίποτα. Γιατί οι εξηγήσεις περισσεύουν όταν ξέρεις πως άργησες ήδη πολύ.
Το πιο δύσκολο δεν είναι η φυγή. Είναι η παραμονή. Εκείνες οι μέρες που έμεινες περισσότερο απ’ όσο άντεχες. Εκείνα τα βράδια που έκλεινες τα μάτια σου και προσευχόσουν να μην ξημερώσει. Εκείνες οι σιωπές που τις βάφτισες αγάπη, μόνο και μόνο για να πείσεις τον εαυτό σου ότι έχεις ακόμα λόγο να μένεις.
Κι έμεινες. Έμεινες μέχρι που έχασες εσένα. Έμεινες από φόβο. Από την ψευδαίσθηση ότι αν κρατήσεις λίγο ακόμα, ίσως σωθεί κάτι. Μα στο τέλος, όταν σωπαίνουν όλα, το μόνο που μένει είναι η σιωπή σου.
Λένε πως ο χρόνος γιατρεύει. Κι ίσως να έχουν δίκιο. Μα στην πραγματικότητα, αυτό που γιατρεύει δεν είναι ο χρόνος. Είναι η στιγμή που παύεις να ψάχνεις το λάθος στον εαυτό σου. Η στιγμή που σηκώνεις το κεφάλι και χαμογελάς, έστω και ψεύτικα. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι η πληγή θα μείνει, αλλά εσύ θα συνεχίσεις.
Και μόνο τα βράδια, όταν σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό, ξέρεις. Κάπου εκεί έξω είναι κι εκείνος. Όχι πια πρωταγωνιστής. Μόνο σκιά. Μόνο μνήμη. Κι εσύ, για πρώτη φορά, δεν χρειάζεται να πεις «αντίο». Γιατί το αντίο ειπώθηκε με τη σιωπή σου.
