Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Ερχόταν και έφευγε σα σύννεφο, πότε ντυμένος άνθρωπος και πότε σα σκιά που πάλευε μη χαθεί με τον αέρα.
Ερχόταν και έφευγε σαν όνειρο που παρακαλούσα να κρατήσει λίγο ακόμα, μη τυχόν και όταν ανοίξω τα μάτια μου δε το ξαναδώ ποτέ.
Ερχόταν και έφευγε όποτε γούσταρε εκείνος και εγώ ακόμα εκεί, να τον περιμένω δίχως δεύτερη σκέψη, δίχως δεύτερα λόγια, δίχως ίχνος αμφισβήτησης για το αν θα έπρεπε ή όχι.
Και όταν εγώ άλλαξα, εκείνος εξαφανίστηκε. Έγινα ακόμα και βροχή για να μπορώ να τον κρατήσω, αλλά εκείνος προτίμησε τον ήλιο. Έναν ήλιο για πολλές.
Δε τον ξανά είδα από τότε, ούτε στον ύπνο μου ερχόταν πια. Άκουσα μόνο πως όταν βρέχει, εκείνος υποφέρει.
