Γράφει η Ρόη Καπετάνου
Είχες μάθει να δίνεις τα μισά και να ζητάς να σου λένε κι ευχαριστώ.
Μισό ενδιαφέρον, όταν σε βόλευε. Μισή αλήθεια, όταν η άλλη θα μπορούσε να σε εκθέσει. Μισή παρουσία, με το ένα πόδι πάντα έξω από την πόρτα, έτοιμο να φύγει μόλις η κουβέντα γινόταν αληθινή.
Κι όμως, ήθελες να σε λένε σπουδαίο.
Ήθελες να χειροκροτούν το ελάχιστο, να σου αναγνωρίζουν ότι «τουλάχιστον προσπάθησες», λες και η προσπάθεια είναι να θυμηθείς έναν άνθρωπο μόνο όταν σου περισσεύει χρόνος ανάμεσα σε δύο άδειες νύχτες.
Έδινες ένα μήνυμα και περίμενες να σβήσει μια εβδομάδα σιωπής.
Έκανες μια κίνηση και νόμιζες πως μπορούσες να σβήσεις όλες τις φορές που άφησες τον άλλον να κοιτάει το κινητό του, να αναρωτιέται αν είναι υπερβολικός, αν ζητά πολλά, αν φταίει που θέλει κάτι ολόκληρο.
Δεν ήσουν φειδωλός.
Ήσουν βολεμένος.
Είχες βρει έναν άνθρωπο πρόθυμο να κάνει τη δουλειά που δεν ήθελες να κάνεις εσύ. Να κρατά την επαφή ζωντανή, να ανοίγει κουβέντες, να μαζεύει τα σπασμένα, να κάνει χώρο για τις διαθέσεις σου και να σε ευχαριστεί επειδή δεν εξαφανίστηκες εντελώς.
Κι αυτό είναι το πιο ύπουλο.
Δεν χρειάστηκε να γίνεις κακός. Αρκούσε να είσαι λίγο παρών, όσο χρειαζόταν για να μη φύγει. Λίγο τρυφερός, όσο χρειαζόταν για να ξεχάσει. Λίγο διαθέσιμος, όσο χρειαζόταν για να ελπίζει.
Μόνο που οι άνθρωποι δεν είναι συνδρομές.
Δεν πληρώνεις το ελάχιστο και περιμένεις πλήρη πρόσβαση στην αγάπη τους.
Κάποια στιγμή, εκείνη που σε ευχαριστούσε για τα μισά θα σταματήσει να ζητά τα υπόλοιπα.
Και τότε θα καταλάβεις πως δεν έχασες έναν δύσκολο άνθρωπο.
Έχασες κάποιον που για πολύ καιρό έκανε το λίγο σου να μοιάζει αρκετό
