Γράφει η Δανάη Χριστοδούλου
Μερικές φιλίες δεν τελειώνουν με καβγά.
Δεν πέφτουν πόρτες, δεν λέγονται βαριές κουβέντες, δεν υπάρχει ένα τελευταίο βράδυ που να μπορείς να δείξεις με το δάχτυλο και να πεις «εκεί χάλασε».
Απλώς, μια μέρα, σταματάς να στέλνεις πρώτη.
Και το κινητό μένει ήσυχο.
Στην αρχή λες πως έχει δουλειές. Μετά πως περνάει κάτι. Μετά θυμάσαι ότι όλοι περνάμε κάτι, αλλά βρίσκουμε χρόνο για εκείνους που δεν θέλουμε να χάσουμε από τη ζωή μας.
Κοιτάς τη συνομιλία σας και καταλαβαίνεις ότι η φιλία σας είχε γίνει ένα νήμα που το κρατούσες μόνο εσύ. Εσύ έστελνες «πώς πήγε εκείνο;». Εσύ θυμόσουν το ραντεβού της, τη συνέντευξή του, τη δύσκολη επέτειο, το πρόβλημα με τη μάνα του, το σκυλί που αρρώστησε.
Εσύ ήσουν το ημερολόγιο της ζωής τους.
Κι εκείνοι ήταν ένα περιστασιακό «να τα πούμε» κάτω από φωτογραφίες.
Δεν σου έκαναν κάτι θεαματικά άσχημο. Δεν σε πρόδωσαν με τρόπο που να σε δικαιώνει να θυμώσεις. Απλώς έμαθαν να σε έχουν σαν δεδομένο σημείο στον χάρτη. Ήξεραν ότι, αν χαθούν, θα τους ψάξεις. Αν σιωπήσουν, θα γεμίσεις εσύ το κενό. Αν θυμηθούν να εμφανιστούν μετά από μήνες, θα ανοίξεις την πόρτα με χαμόγελο και θα κάνεις πως δεν μέτρησες τις μέρες.
Αλλά οι φιλίες δεν κρατιούνται από νοσταλγία.
Κρατιούνται από μικρές κινήσεις που δεν φαίνονται σε φωτογραφίες. Από ένα μήνυμα τη μέρα που δεν ανέβηκε τίποτα. Από ένα «έφτασες;» όταν δεν υπάρχει λόγος να ρωτήσεις. Από το να θυμάσαι χωρίς να χρειάζεται να σου το θυμίσουν.
Κάποια στιγμή, δεν θυμώνεις.
Απλώς σταματάς να καλείς ανθρώπους σε ένα σπίτι που δεν επισκέπτονται ποτέ.
Και αφήνεις τη σιωπή να σου δείξει ποιος ήθελε πραγματικά να μείνει.
