Γράφει η Αριάδνη.
Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που δεν θέλεις να μιλήσεις άλλο. Δεν θέλεις να εξηγήσεις, να αναλύσεις, να δικαιολογήσεις. Δεν θέλεις να καλοπιάσεις, να θυμώσεις, να φωνάξεις.
Στην αρχή κάθε σχέσης με έναν άνθρωπο, δίνεις χρόνο. Χρόνο για να σε καταλάβει και να τον καταλάβεις. Χρόνο για να σε αποδεχτεί και να τον αποδεχτείς. Χρόνο για να σε πιστέψει και να τον πιστέψεις.
Κι ο χρόνος περνάει και σκέφτεσαι πως, αν ήταν να γίνουν όλα αυτά, θα είχαν γίνει. Αν όχι στο έπακρο, στο λίγο, στο τόσο, στο ένα βηματάκι μπροστά χωρίς να ακολουθούν δύο βήματα πίσω.
Δεν έγιναν.
Γιατί; Μάλλον γιατί χαθήκατε μέσα σε λάθη, αδυναμίες και κολλήματα εκατέρωθεν.
Μην ξεχνάς όμως πως δεν πονάει η αγάπη μάτια μου, δεν πρέπει να πονάει. Γιατί εκείνη μόνο να γιατρεύει ξέρει.
Αγκαλιάζει τις πληγές σου, φωτίζει τα σκοτάδια σου, γαληνεύει ολόκληρη την ύπαρξή σου.
Μέσα της νιώθεις ασφαλής και ξεδιπλώνεσαι κι ανθίζεις προσφέροντας στον άλλον ό,τι καλύτερο έχεις στην ψυχούλα σου για να τον βλέπεις να χαμογελάει, για να τον κάνεις ευτυχισμένο. Δεν είναι ανταγωνιστής κι εχθρός ο αγαπημένος σου. Δεν τον βάζεις απέναντί σου ούτε καν δίπλα σου, μέσα σου τον έχεις. Γίνεσαι ένα μαζί του. Ακούς τους φόβους του, διαβάζεις τις αδυναμίες του, προσπαθείς να καταλάβεις τον ψυχισμό του.
Δίνεις και δεν υπολογίζεις τι έδωσες. Δίνεις με τον δικό σου μοναδικό τρόπο.
Δεν χωράνε υπότιτλοι στην αγάπη, δεν την εξηγείς, δεν την αναλύεις.
Εσύ δίνεις κι ο άλλος ή τη νιώθει ή όχι, ή την αποδέχεται ή όχι, ή την πιστεύει ή όχι.
Κι αν η αγάπη φτάσει στον αποδέκτη της, πιάνετε το παραμύθι από εκεί που το είχατε αφήσει και το ζείτε χωρίς φόβο και με πολύ πάθος.
Κι αν όχι, ξαγρυπνάτε τις νύχτες με εκείνο το γαμημένο “γιατί” κολλημένο στον εγκέφαλο. Γιατί δεν μπορέσατε να “βρεθείτε” τελικά;
