Γράφει η Ελένη Κασιμάτη
Δεν πονάει ο χωρισμός. Τουλάχιστον όχι όπως νομίζουμε. Δεν είναι η στιγμή που λες «τέλος» ούτε το τελευταίο βλέμμα που κλείνει την πόρτα. Εκείνο το σοκ περνά. Αυτό που μένει και σε διαλύει αργά είναι οι συνήθειες. Οι μικρές. Εκείνες που δεν τις σκέφτηκες ποτέ ως σημαντικές, μέχρι που έμειναν μόνες τους.
Πονάει το να ανοίγεις τα μάτια το πρωί και να πιάνεις το κινητό από συνήθεια. Όχι για μήνυμα. Για επιβεβαίωση ότι κάτι δεν άλλαξε. Πονάει ο καφές που έφτιαχνες πάντα για δύο. Η θέση στον καναπέ που έμεινε κενή, αλλά εσύ ακόμα κάθεσαι λίγο πιο δεξιά, όπως τότε. Πονάει το «να σου πω κάτι» που δεν έχει πια αποδέκτη.
Ο χωρισμός είναι μια απόφαση. Οι συνήθειες όμως είναι τρόπος ζωής. Χτίστηκαν σιωπηλά, μέρα τη μέρα. Με μικρά «είσαι εκεί;», με αγκαλιές που δεν μετρήθηκαν ποτέ, με παρουσίες που θεωρήθηκαν δεδομένες. Κι όταν ο άλλος φεύγει, δεν φεύγουν μαζί του. Μένουν. Σε περιμένουν. Σε προδίδουν.
Δεν σου λείπει ο άνθρωπος όπως ήταν. Σου λείπει όπως υπήρχε μέσα στην καθημερινότητά σου. Στο μεταξύ των στιγμών. Στο πριν κοιμηθείς, στο μόλις ξυπνήσεις, στο «θα περάσω από το σούπερ μάρκετ, θες κάτι;». Αυτά δεν αντικαθίστανται εύκολα. Γιατί δεν είναι μεγάλα. Είναι ριζωμένα.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν θρηνείς μόνο έναν έρωτα. Θρηνείς μια ζωή που έμαθες να ζεις με συγκεκριμένο τρόπο. Θρηνείς τον εαυτό σου όπως ήταν μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Πιο άνετος, πιο σίγουρος, ίσως πιο αφελής.
Ο χρόνος δεν γιατρεύει αμέσως τις συνήθειες. Τις ξεμαθαίνει σιγά σιγά. Με μικρές ήττες. Με μέρες που πιάνεις τον εαυτό σου να κάνει πίσω. Και με άλλες που προχωράς χωρίς να το καταλάβεις.
Δεν πονάει ο χωρισμός. Πονάει που πρέπει να μάθεις από την αρχή πώς ζει κανείς χωρίς εκείνα τα μικρά που νόμιζες ασήμαντα. Κι όμως, αυτά ήταν τελικά που έδεναν την ιστορία.
