Γράφει ο Ανδρέας Φιλίδης
Γύρισα για την ψευδαίσθηση κι έφυγα για τη σιγουριά.
Κι αν το δεις απ’ έξω, μοιάζει παράλογο. Ποιος γυρίζει πίσω σε κάτι που ξέρει ότι δεν ήταν; Ποιος ξαναμπαίνει σε μια ιστορία που ήδη τον πλήγωσε; Κι όμως, το κάνεις. Όχι γιατί ξέχασες. Αλλά γιατί θες να επιβεβαιώσεις ότι δεν έκανες λάθος.
Γυρίζεις για εκείνο το “μήπως”.
Μήπως αυτή τη φορά. Μήπως τώρα είναι αλλιώς. Μήπως τελικά δεν ήταν όπως το θυμάσαι.
Και για λίγο, πείθεσαι.
Γιατί η ψευδαίσθηση ξέρει να ντύνεται ωραία. Σου δίνει ακριβώς ό,τι σου έλειψε. Σου μιλάει όπως ήθελες να σου μιλήσουν. Σε κοιτάει όπως ήθελες να σε κοιτάξουν. Και για λίγο, νιώθεις ότι δικαιώθηκες. Ότι άξιζε να ξαναδοκιμάσεις.
Μέχρι που δεν κρατάει.
Γιατί ό,τι δεν είχε βάση, δεν αποκτά ξαφνικά. Ό,τι δεν ήταν αληθινό, δεν γίνεται. Μπορεί να προσποιηθεί για λίγο. Μπορεί να σε μπερδέψει. Αλλά στο τέλος, θα δείξει πάλι αυτό που είναι.
Και τότε δεν έχεις άλλη επιλογή από το να δεις καθαρά.
Όχι αυτό που ήθελες. Αυτό που υπάρχει.
Κι εκεί έρχεται η σιγουριά. Όχι σαν κάτι εντυπωσιακό. Δεν έχει ένταση. Δεν σε ταράζει. Δεν σε κάνει να αμφιβάλλεις κάθε μέρα. Είναι ήσυχη. Σταθερή. Σχεδόν απλή.
Και στην αρχή δεν την εμπιστεύεσαι.
Γιατί έχεις μάθει αλλιώς. Έχεις μάθει να συνδέεις το συναίσθημα με την ένταση. Να νομίζεις ότι αν δεν σε ταράζει, δεν είναι αληθινό. Αλλά είναι. Απλώς δεν φωνάζει.
Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις τη διαφορά.
Η ψευδαίσθηση σε κρατάει σε εγρήγορση. Η σιγουριά σε αφήνει να αναπνεύσεις.
Η ψευδαίσθηση θέλει να αποδείξεις. Η σιγουριά δεν χρειάζεται τίποτα.
Κι αν έχεις περάσει και από τα δύο, ξέρεις.
Δεν φεύγεις επειδή δεν ένιωσες. Φεύγεις γιατί κουράστηκες να αμφιβάλλεις. Κουράστηκες να αναρωτιέσαι. Κουράστηκες να ψάχνεις νόημα εκεί που δεν υπάρχει.
Και αυτή τη φορά δεν γυρίζεις πίσω.
Όχι γιατί δεν μπορείς.
Αλλά γιατί δεν θέλεις πια κάτι που πρέπει να αποδειχθεί για να υπάρξει.
