Blog

Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης.

Θέλω να σου μιλήσω για ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Ένα αγόρι που δεν είχε αγαπήσει ποτέ πραγματικά κι ένα κορίτσι που είχε αγαπήσει πολύ αλλά δεν είχε αγαπηθεί ποτέ όσο της άξιζε.
Το αγόρι, δεν ήξερε τι θα πει αγάπη.
Ήξερε να παίζει, να φλερτάρει, να γελάει, να περνάει καλά, να κάνει σχέσεις για λίγο, να δίνεται λίγο, να νιώθει λίγο, να απολαμβάνει τις στιγμές επιφανειακά και στο τέλος να φεύγει εύκολα.
Το κορίτσι από την άλλη ήξερε να αγαπάει.
Παράξενο κορίτσι με μια θλίψη στα μάτια σαν να γεννήθηκε με αυτή.
Ήξερε να αγαπάει με πίστη και πείσμα.
Αγαπούσε με έναν τρόπο απόλυτο κι ας ήταν τα λάθος άτομα. Κι ας ήταν άτομα που στο τέλος θα την άδειαζαν και θα έφευγαν.
Το αγόρι, γνώρισε το κορίτσι έτσι, από σύμπτωση.
Από αυτές τις συμπτώσεις που σκαρώνει η ζωή όταν δεν έχει τι να κάνει και θέλει να σπάσει πλάκα.

Το αγόρι γοητεύτηκε από το κορίτσι και το κυνήγησε, όμως εκείνη δεν του έδωσε καμία σημασία.
Δεν είχε λέει τίποτα να του δώσει, είχε αδειάσει, είχε τερματίσει μετά το τελευταίο της στραπάτσο.
Το αγόρι, κάθισε δίπλα της και την βοήθησε να ξαναδυναμώσει.
Δεν της ζήταγε τίποτα, μόνο της έδινε.
Της έδινε τρυφερότητα, της χάριζε τον χρόνο του, την φρόντιζε και όταν του χαμογελούσε, φώτιζε ο κόσμος του.
Το κορίτσι σιγά σιγά δυνάμωνε. Δεν ήξερε πως ήταν να μην νιώθει. Να μην κάνει τίποτα για τον άλλο και μόνο να δέχεται την φροντίδα.
Σιγά σιγά, στάθηκε όρθια.
Της άπλωσε το χέρι και την κράτησε και μετά από καιρό, μετά από προσπάθειες, ήταν πια ο ένας απέναντι από τον άλλο.
Τώρα, ήξερε και το αγόρι τι θα πει αγάπη.
Ήξερε πως αγάπη θα πει να νοιάζεσαι, να φροντίζεις, να προστατεύεις. Να γίνεσαι εσύ ασπίδα για εκείνη που αγαπάς.

Κι εκείνη;
Εκείνη του είπε πως είχε στερέψει από αγάπη.
Του είπε πως κάποτε αγάπησε στο απόλυτο και τώρα δεν έχει γυρισμό.
Του είπε πως δεν είχε κάτι μέσα της να δώσει.
Τον ευχαρίστησε για την δύναμη και την φροντίδα του, μα άνηκε αλλού.
Δεν αρκούσε να την αγαπήσει. Δεν αρκούσε να την φροντίσει. Έπρεπε να την εξημερώσει κι αυτό, δεν μπορούσε να το καταφέρει κανείς πια.
Ψυχή αγριμιού, τώρα δεν δεχόταν ούτε να ανήκει, ούτε να αγγίζεται.

Το αγόρι δεν ξαναγάπησε ποτέ πια.
Έκανε πέτρα την καρδιά του και γύρισε στις παλιές του συνήθειες.
Εκείνος έμαθε να αγαπάει πολύ αργά, κι εκείνη είχε αγαπήσει πολύ, πολύ νωρίς.
Εκείνη έζησε σε ένα ατελείωτο φευγιό κι εκείνος έμεινε από μακριά να την κοιτάει να φεύγει.
Μόνος και μόνη.
Μόνοι.

BY:

alexchorianoudis@gmail.com

Το κρυφτό, τελειώνει πάντα με "φτου ξελευτερία". Ενίοτε και σκέτο "φτου"