Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Ξανά σε εκείνο το σταθμό. Ο χρόνος άγνωστος και οι σκέψεις πάλι χαμένες. Χαμένος και ο χρόνος που χαλάσαμε. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκα σε εκείνο το σταθμό.
Να ήταν άνοιξη ή να έριχνε καρέκλες; Δεν έχει σημασία.
Το βλέμμα μου και πάλι στο τρένο που μπαίνει στο σταθμό. Ποιος ήταν ο θύτης και ποιο το θύμα σε αυτή τη σχέση;
Ποιος ορίζει που θα φτάσουμε και που πηγαίνουμε; Ένα μυαλό μπλεγμένο και κουβάρι. Το μόνο που ίσως ήταν σωστό ήταν ο έρωτας αλλά και για αυτό δεν είμαι και σίγουρη. Κρατάω μια βαλίτσα, το τρένο σφυρίζει, μα πού πάει;
Σε ποιο σταθμό ανεβαίνω και που θα κατέβω; Άγνωστο. Δεν ξέρω τι με περιμένει και δεν με νοιάζει πια. Το χάσαμε το τρένο. Θα περιμένω το επόμενο. Κι αν αλλάζουν οι εποχές, κι αν αλλάξαμε εμείς, τα τρένα θα είναι πάντα εδώ, να μπαίνουν στους σταθμούς, να μας θυμίζουν τη φυγή, να μας θυμίζουν τον έρωτα.
Να μας θυμίζουν πότε ήμασταν θύματα και πότε γίναμε οι θύτες. Για ποιους αφιερώσαμε έναν έρωτα και για ποιους γίναμε ολόκληρος ο έρωτας.
