Γράφει η Δώρα Βλαχοπούλου
«Είσαι δυνατή εσύ, δε σε φοβάμαι».
Κάθε φορά η ίδια πρόταση, η οποία συνοδευόταν από ένα βλέμμα σιγουριάς και ένα χαμόγελο γεμάτο αυτοπεποίθηση.
Και εν τέλει ποτέ δεν ερωτήθηκα εάν αντέχω.
Και εν τέλει πίστεψα αυτό που μου έλεγαν, άθελά μου, και σταμάτησα να ζητάω βοήθεια. Ή καλύτερα δεν ξεκίνησα ποτέ.
Θεωρούσα ότι δεν έπρεπε. Ότι οι υπόλοιποι είχαν περισσότερη ανάγκη από τη δική μου βοήθεια.
Και κάθε φορά έκλαιγα. Έκλαιγα και φώναζα βουβά. Για να μη με ακούσουν και θεωρήσουν ότι λύγισα.
Γιατί εγώ δεν έπρεπε να λυγίσω. Βλέπεις δεν με είχαν δει ποτέ ευάλωτη. Έβλεπαν ότι τους επέτρεπα εγώ να δουν, ή ό,τι τους βόλευε.
Τα κρατούσα όλα μέσα μου. Ήθελα να φωνάξω, να πω πως και εγώ έχω προβλήματα, πως και εγώ πληγώνομαι σαν όλους τους άλλους, αλλά ένιωθα άβολα.
Δεν το είχα κάνει ποτέ βλέπεις. Αφού ήμουν «δυνατή».
Και πάντα έλεγα στον εαυτό μου, πως ίσως κάποια άλλη στιγμή να μιλήσω.
Όταν συμβεί κάτι πιο σημαντικό. Όμως, ακόμη, δεν έχει έρθει αυτή η στιγμή…
Ίσως να τους εξηγήσω μία ημέρα, που θα έχουν μάθει να ακούν.
