Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Υπάρχουν φράσεις που ακούγονται σαν κομπλιμέντο, αλλά στην πραγματικότητα είναι η πιο βολική δικαιολογία για να σε αφήσουν μόνο. «Εσύ είσαι δυνατός.» «Δεν σε φοβάμαι εσένα. Εσύ αντέχεις.» Κι έτσι, χωρίς καν να το καταλάβεις, γίνεσαι ο άνθρωπος που δεν χρειάζεται αγκαλιά. Που δεν χρειάζεται βοήθεια. Που θα βρει μόνος του τον δρόμο, γιατί μέχρι τώρα πάντα τα κατάφερνε.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι αγνοούν. Δεν τα κατάφερνες επειδή ήσουν δυνατός. Τα κατάφερνες επειδή δεν είχες άλλη επιλογή. Δεν μπορούσες να πατήσεις παύση. Δεν μπορούσες να πεις «δεν αντέχω άλλο». Υπήρχαν άνθρωποι που σε χρειάζονταν, υποχρεώσεις που έτρεχαν, λογαριασμοί που δεν περίμεναν και μια ζωή που συνέχιζε να απαιτεί από σένα, ακόμα κι όταν μέσα σου όλα είχαν καταρρεύσει.
Γι’ αυτό μη μου λες ότι το διαχειρίστηκα καλά. Δεν το διαχειρίστηκα. Το κουβάλησα. Με μάτια που έκαιγαν από την αϋπνία, με σκέψεις που δεν σταματούσαν ούτε λεπτό και με ένα χαμόγελο τόσο πειστικό, που κατάφερε να ξεγελάσει τους πάντες. Ακόμα και εκείνους που έλεγαν πως με αγαπούν.
Ο κόσμος βλέπει πάντα το αποτέλεσμα και σχεδόν ποτέ το κόστος. Βλέπει ότι πήγες στη δουλειά, ότι απάντησες στα μηνύματα, ότι βγήκες για έναν καφέ, ότι γέλασες σε μια φωτογραφία. Δεν βλέπει τις φορές που έκλεισες την πόρτα πίσω σου και σωριάστηκες στο πάτωμα. Δεν βλέπει τις νύχτες που κοίταζες το ταβάνι περιμένοντας να ξημερώσει για να συνεχίσεις να παίζεις τον ρόλο του ανθρώπου που είναι «μια χαρά».
Κάποιοι θα το πουν δύναμη. Εγώ το λέω επιβίωση. Γιατί δύναμη είναι να έχεις την επιλογή να σταματήσεις και να συνεχίσεις παρ’ όλα αυτά. Εσύ δεν είχες επιλογή. Αναγκάστηκες. Συνέχισες επειδή η ζωή δεν σου άφησε χώρο να κάνεις αλλιώς.
Γι’ αυτό την επόμενη φορά που θα πεις σε κάποιον «εσύ είσαι δυνατός», σκέψου μήπως αυτό που βλέπεις δεν είναι δύναμη. Μήπως είναι ένας άνθρωπος που έμαθε να κρύβει τόσο καλά τα συντρίμμια του, ώστε όλοι να πιστεύουν πως είναι από ατσάλι.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο άδικη παρεξήγηση από όλες. Να σε θαυμάζουν επειδή άντεξες, ενώ μέσα σου φώναζες απλώς να βρεθεί έστω ένας άνθρωπος που θα σε ρωτούσε, όχι αν τα καταφέρνεις, αλλά αν κουράστηκες να τα καταφέρνεις μόνος.
