Γράφει η Ηρώ Αναστασίου.
Την ώρα που το καλό παιδί θα σε στείλει στον αγύριστο, επιστροφή δεν θα υπάρχει.
Τους αυθεντικούς ανθρώπους δεν τους συναντάς κάθε μέρα.
Πολύ σπάνιο να βρεις κάποιον στον δρόμο σου.
Γι’αυτό αν τους πληγώσεις, δεν θα ξαναδείς το πρόσωπό τους.
Δεν διαπραγματεύτηκαν ποτέ την ψυχή τους.
Την ψυχή τους την μετράνε με αγάπη, με πόνο, με στιγμές, με λύπες και απουσίες.
Δραπετεύουν τις νύχτες με φεγγάρι για να κοιτάξουν τ’αστέρια κατάματα.
Χαμογελούν στον ουρανό την ώρα που βγαίνει το ουράνιο τόξο.
Κι ας φάγανε τα μούτρα τους άπειρες φορές, μάθανε να μετράνε τα πράγματα με ψυχή.
Είναι πάντα ερωτευμένοι με όλα, γιατί τον έρωτα δεν τον τρόμαξε κανείς μέσα τους.
Είναι η σιγουριά τους για το άγνωστο, το παράξενο, το αζήτητο.
Αυτό που πετάς εσύ, το παίρνουν αυτοί και το κανακεύουν.
Είναι που υποψιάζονται τα πάντα, γιατί το τρίτο μάτι τους επαγρυπνεί.
Και την ομορφιά τους την έχουν στην άκρη της γλώσσα τους, αλλά τρομάζουν με τους ανθρώπους που λένε πάντα όμορφα λόγια.
Είναι αυτοί που για να εμπιστευτούν πρέπει πρώτα να δουν, γιατί οι πράξεις είναι αυτές που καταθέτουν την αλήθεια τους.
Είναι αυτοί που ξελογιάσανε τους ανέμους όταν αντιλήφθηκαν ότι το ψέμα τους πληγώνει.
Το καλό παιδί, το αυθεντικό, την ώρα που πονάει βλέπει πιο καθαρά.
Βλέπει με τα μάτια της καθάριας ψυχής του.
Γιατί η ψυχή του, έμαθε στην αλήθεια και στην διαφάνεια.
Γι’αυτό αν τον πληγώσεις θα σε στείλει στον αγύριστο, εκεί που η επιστροφή δεν θα υπάρχει.
