Γράφει η Γεώρα
Θα με αναζητάς σε βράδια κενά, που θα είσαι περιτριγυρισμένος από φίλους και θα αισθάνεσαι μόνος. Θα χορταίνεις σε δανεικές αγκαλιές κάπου κάπου. Θα ικανοποιείσαι αλλά δεν θα σου λέει τίποτα όλο αυτό. Το επόμενο λεπτό, πάλι κενός, πάλι μόνος και στο μυαλό σου θα παίζω μόνο εγώ. Εγώ και οι στιγμές μας! Θα γελάς γλυκά. Θα μελαγχολείς τρυφερά. Θα γυρνάς σπίτι. Θα αγγίζεις την άδεια θέση στο κρεβάτι. Θα πονάς.
Έμαθες στο συναίσθημα! Και τώρα είναι δύσκολα. Έμαθες μαζί μου, πόσο δυνατό είναι αυτό το «μαζί» που λένε. Και τώρα είσαι πάλι μόνος. Πάλι! Γιατί με άφησες. Γιατί φοβήθηκες. Γιατί με ήθελες και βρήκες κάτι φτηνές δικαιολογίες για να το τελειώσεις.
Μέσα σου όμως ακόμα ζω! Εκεί υπάρχω ακόμα! Εκεί δεν με τελείωσες. Και ξαπλώνεις στο κρεβάτι και χαμογελάς. Θυμάσαι που ακουμπούσα το κεφάλι μου στο στέρνο σου και σου έλεγα πόσο σε αγαπώ. Δεν μου απαντούσες, μου έσφιγγες το χέρι και μου έλεγες, «Είσαι το καταφύγιό μου σε έναν κόσμο βάρβαρο! Είσαι η Άνοιξη στη ζωή μου! Η δική μου Άνοιξη!». Ύστερα με αγκάλιαζες και δεν με άφηνες.
Βουρκώνεις, πάει καιρός από τότε. Τότε που είπες πως ήθελες να το τελειώσουμε γιατί εσύ σκότωνες την Άνοιξη που εγώ είχα μέσα μου. Είδες να κρατάει, είδες να γίνομαι ανάγκη σου, είδες πως είναι να μοιράζεσαι τον κόσμο και μόνο τότε να υπάρχει. Και επέλεξες να κρυφτείς σε χειμώνες. Σου χάριζα μιαν Άνοιξη και εσύ προτίμησες να την αφήσεις γιατί είχες μάθει αλλιώς και δεν ήθελες να πληγωθώ από εσένα.
Και τώρα; Τώρα, απόψε, ύστερα από τρία χρόνια μου τηλεφωνείς και δεν μου μιλάς μονάχα παίζει το τραγούδι του Πάριου και οι εξής στίχοι, «…διπλό κρεβάτι και εγώ στην άκρη κοιμάμαι ακόμα μόνος μου!»
Και έπειτα το κλείνεις. Είχες πάντα έναν περίεργο τρόπο να μου ζητάς συγγνώμη. Μου έλεγες πως σε καταλαβαίνω. Εγώ σε έχω συγχωρέσει να το ξέρεις! Να συγχωρέσεις και εσύ τον εαυτό σου και να βρεις τη δύναμη να φτιάξεις τη δική σου Άνοιξη! Σου έδωσα το πιο όμορφο λουλούδι αυτού του κόσμου. Την αγάπη! Μην την αφήσεις να μαραθεί! Να την αφήσεις να ανθίσει πάλι μέσα σου!
