Γράφει η Νόνη Διολή
Εμένα πάντως το Πάσχα καθόλου δε μ΄ αρέσει!
Ποτέ δε μου άρεσε!
Από μικρή θυμάμαι το εαυτό μου αυτές τις μέρες να νιώθω πιο μόνη από ποτέ και να με πιάνει κατάθλιψη και να κλαίω ανεξήγητα πολύ!
Κάθε μέρα, σχεδόν όλη την ημέρα, με τα ματιά μονίμως βουρκωμένα.
Και στην εκκλησία που πήγαινα, και τα αβγά όταν βάφαμε με τη μαμά μου, και τα κουλουράκια και τα μοσχοβολιστά τσουρέκια όταν φτιάχναμε, ακόμα και όταν μου έφερνε η νονά μου τα δώρα, εγώ έκανα ότι χαιρόμουν, και μετά έφευγα διακριτικά έξω δήθεν να μαζέψω παπαρούνες και μαργαρίτες ή να βρω πασχαλίτσες και έκλαιγα!
“Το κλάμα στο τσεπάκι το ‘χεις” θυμάμαι μου έλεγε ο μπαμπάς μου. Ακόμα το έχω.
Και τώρα που μεγάλωσα, καθόλου δεν μου αρέσει το Πάσχα.
Μου γιγαντώνει όλες μου τις απώλειες.
Φέρνει ξανά στο νου μου τις απουσίες που με έχουν σημαδέψει.
Με κάνει να νιώθω πιο μόνη από ποτέ και καθόλου δεν μου αρέσει.
Σπρώχνω τις ώρες του να φύγει πιο νωρίς, παρακαλάω τα δευτερόλεπτα να μηδενιστούς και τα μετρώ αντίστροφα ένα – ένα.
Θα θελα με έναν τρόπο να μπορούσα να ναρκωθώ και να ξυπνήσω όταν πια θα έχουν τελειώσει αυτές οι μέρες.
Έστω, να γίνω αόρατη και να μην με βλέπουν όλη την ώρα οι άνθρωποι γύρω μου με τα μάτια βουρκωμένα, να καταριέμαι τις επίκτητες αλλεργίες που δεν έχω, εκείνες της άνοιξης.
Καθόλου δε μ΄ αρέσει το Πάσχα! Μου γιγαντώνει τις απώλειές μου όλες.
Μου φέρνει ξανά στο νου μου τις απουσίες που με έχουν σημαδέψει.
Με κάνει να νιώθω πιο μόνη από ποτέ και δεν το μπορώ πια… καθόλου δεν το μπορώ πια..
