Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
– Τοκ τοκ.
– Ποιος είναι;
– Η καψούρα.
Και τώρα, όλα θα κριθούν από την απόφαση που θα πάρεις.
Αν δεν της ανοίξεις την πόρτα, έχει καλώς· δεν τρέχει κάστανο.
Αν όμως αποφασίσεις να της ανοίξεις, τότε ξέχνα και ύπνο, και φαΐ, και το μέχρι τότε συγκροτημένο σου μυαλουδάκι.
Ανοίγοντάς της την πόρτα, είναι σαν να ανοίγεις τη βρύση, ενώ στον νεροχύτη υπάρχει κουτάλι ( μη μου πεις ότι δεν το έχεις πάθει!).
Γίνονται όλα μούσκεμα, πριν καν το καταλάβεις, και μετά τρέχεις να μαζέψεις τα αμάζευτα.
Κάπως έτσι γίνεται και με την καψούρα, που λες. Χωρίς να το καταλάβεις, έρχεται η μέρα εκείνη, που κυκλοφορείς στο δρόμο σε ημιαποβλακωμένη κατάσταση, μ’ ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό σου.
Ανοίγεις το ντουλάπι και το κοιτάς κάνα πεντάλεπτο γιατί έχεις ξεχάσει τί ήθελες να πάρεις. Σου μιλάνε και μετά από κάνα τρίλεπτο, τους λες “ναι!”. Έχεις συμφωνήσει σε κάτι που θα το μάθεις, όταν μάλλον θα είναι πολύ αργά. Χτυπάει στις 7 το χάραμα το ξυπνητήρι, κι ενώ πηγαίνεις με την τσίμπλα στο μάτι προς το μπάνιο, αρχίζεις δειλά- δειλά να τραγουδάς ό,τι τραγούδι ξέρεις σε εύθυμο τόνο.
Κατά το μεσημέρι δε…δε το συζητώ. Τραγουδάς με τόση ένταση και τόσο πάθος, που είναι αδύνατον να αποφύγεις τα – σχεδόν- έντρομα βλέμματα των γύρω σου. Σε οποιαδήποτε συζήτηση κι αν συμμετάσχεις- από το Σκοπιανό, μέχρι την κυρά Τάδε που έχει το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς κι έκανε εγχείρηση καταρράκτη- πάντα μα πάντα θα βρεις την αφορμή για να βάλεις και την καψούρα σου στην κουβέντα(είναι σαν την coca-cola, πάει με όλα, το ξέρω).
Και κατά αυτό τον τρόπο, ίσως και με λίγο περισσότερο χιούμορ, περνούν μέρες και νύχτες.
Εβδομάδες και ίσως μήνες. Εσύ και η καψούρα σου σε κάποιο παράλληλο σύμπαν και πού και πού να επισκέπτεσαι και αυτό εδώ. Όμως τί μένει αναλλοίωτο στο χρόνο, για να μείνει αυτό;
Μη μου παιδεύεσαι, θα σου απαντήσω εγώ: τίποτα. Το λοιπόν;
Η φούσκα σκάει, το ροζ σύννεφο φέρνει βροχή και η άμαξα γίνεται κολοκύθα.
Κι αν η τύχη στάθηκε στο πλευρό σου και χόρτασες καψούρα, η ζωή στο εδώ σύμπαν συνεχίζεται κι όλα κομπλέ.
Αν όμως ήθελες λίγο ακόμα και δεν πρόλαβες… τότε ξέρεις. Ισχύει ό, τι και με το παράδειγμα της βρύσης: μαζεύεις τα αμάζευτα.
Και τελικά, δε μου είπες τί αποφάσισες. Θα της ανοίξεις την πόρτα;
