Γράφει ο Άγγελος Μοναχικός
Λέξεις που προδόθηκαν απ’ τα δικά σου χείλη κι όλα τα σ’ αγαπώ δικάστηκαν πρίν ξημερώσει δείλι.
Τίποτα δεν εννοούσα απ’ όσα σου είπα, τίποτα όμως.
Ότι ειπώθηκε στο είπα από εγωισμό ενάντια στα ψέματά σου, γιατί δεν μπορούσα να χωνέψω ότι ο άνθρωπός μου έκρυβε την ζωή του,
μισούσε το παρελθόν του, αλλά εγώ ενώ θα έπρεπε δεν ήξερα.
Και πρέπει να απομακρυνθώ, να σκοτώσω όλα όσα νιώθω και να μαχαίρωσω το μέλλον μας.
Φάνηκα εγώ ο δολοφόνος αλλά δεν ήμουν, έτυχα αθώος με άφεση συναισθηματικής αμέλειας.
Λυπάμαι πολύ που έφτασα στο σημείο να σου πω ψέματα, δεν μπορούσα να δεχθώ τις αλήθειες που δεν ξεστόμισες, ναι από εγωισμό!
Όταν γεννήθηκα εγώ εξέπνευσε ο εγωισμός, δεν είχε λόγο πλέον να ζει, θα ήμουν ο ιδανικός αντικαταστάτης του.
Πίστεψες όλα τα ψέματά μου και τα κατάπιες αβίαστα, σε κάθε μπουκιά όμως που κόμπιαζες ήταν ένα καλοδολωμένο ψέμα μου για να πετύχω τον σκοπό μου.
Οχι, δεν νοιάστηκα για τον πόνο σου όπως δεν νοιάστηκες εσύ για τον δικό μου, ήξερες να λες και να αγορεύεις στο μισοσκόταδο που με είχες. Ότι σε βόλευε για να εξαγοράσεις συναίσθημα και το πέτυχες, άστοχα μεν αλλά πίστευες ότι είχες ξεγυμνώσει την καρδιά μου. Δεν φαντάστηκες ότι πιο βαθιά θα έβρισκες τον εγωισμό μου, μυώδης, τερατώδης και αδιαπέραστος.
Δύο ψέματα ήσουν.
Κι εκεί που πίστευες, κατέρρευσες ολάκερη σαν την ζάχαρη στη φωτιά.
Αγάπησα και πόνεσα, μαχαίρωσα και λυτρώθηκα…
