Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Τον γνώριζα, τον γνώριζα καλά, όπως και τη πόλη που μεγάλωσε και ζούσε. Όταν τον κατάλαβα όμως, τη γνώρισα καλύτερα και την επισκεπτόμουν συχνά.
Εγώ από τη μέση του χάρτη και εκείνος από λίγο πιο ψηλά, και όμως αυτή η σύμπτυξη ήταν μαγική. Είχε άλλον αέρα απαράμιλλο, γνώριμο, περιπετειώδη, γεμάτο ζωντάνια και εξέλιξη που ερχόταν με τον καιρό. Ήταν σαν να είχαμε ειδωθεί σε αυτή χρόνια πριν, σα να συναντηθήκαμε εκεί πριν ακόμα γεννηθούμε, στην προηγούμενη ίσως, ζωή μας.
Το πρώτο μας φιλί στη Καραολή Δημητρίου, η πρώτη μας τεράστια αγκαλιά στα παλιά στενά λαδάδικα και οι βόλτες μας στο Θερμαϊκό ήταν σα να περπάταγα εκεί όλη μου τη ζωή.
Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως ήταν ο σταθμός των τρένων. Εκεί που δίναμε πάντα το τελευταίο μας φιλί για το δρόμο της επιστροφής μου! Εκεί που όλοι έτρεχαν και εμείς σταματούσαμε το χρόνο. Εκεί που η σκηνή τελείωνε και οι ηθοποιοί γυρνούσαν στα καμαρίνια περιμένοντας την επόμενη παράσταση.
Ο χρόνος όμως περνούσε και η παράσταση έφτασε στο τέλος. Ο σταθμός έγινε κρυφή ανάμνηση και ο κόμπος στο λαιμό κάθε φορά που τον επισκέπτομαι σφίγγει, πονάει και με ενοχλεί. Οι εικόνες θολώνουν, το τοπίο γίνεται ξένο , απόμακρο και η σιωπή μου απλώνεται παντού και με ακολουθεί ως το τέλος κάθε διαδρομής.
Μέσα μου όμως ξέρω. Ξέρω πως είσαι αυτός που δε ξεχνιέται. Από εκείνους που μένουν στο μυαλό, που χάνονται και εξαφανίζονται σα μαγικό ουράνιο τόξο που έρχεται να φωτίσει το μέσα μου για λίγο και ύστερα να χαθεί και πάλι. Είσαι η απόδειξη πως οι στιγμές είναι να γίνονται πράξη και να μας θυμίζουν ένα κοινό παρελθόν που μιλάει για μας και χαίρεται ακόμα και αν οι άνθρωποι αλλάζουν, ακόμα και αν χάνονται στο χρόνο κυνηγημένοι από τις επιλογές τους. Είσαι αυτός που δε λησμονιέται όσο χρόνος και αν περάσει, αυτός που γεμίζει τα σκοτάδια μου με φως και λάμπει, λάμπει δείχνοντας και πάλι το δρόμο για να συνεχίσω, περιμένοντας σε μια γωνιά , το επόμενο τρένο που θα ρθει!
