Γράφει η Αστέρω
Μπαγκάζια.
Αυτά που φέρνουν μεγάλη χαρά και προσμονή όταν πρόκειται για κάποιο ταξίδι, αλλά γίνονται δυσβάσταχτα όταν πρόκειται για τα της ζωής. Είναι εκείνα που σέρνουμε μαζί μας με κόπο και χωρίς να το έχουμε σκοπό. Αλλά είναι από αυτά που έχουν χτίσει μέρος του χαρακτήρα μας, που μάς έκαναν κάτι από αυτό που είμαστε σήμερα, κι όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό είναι πολλές οι φορές που απογοητευόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό, για τις επιλογές μας, για τις πράξεις μας.
Βλέπεις δεν είναι από τα ευχάριστα να πεις ότι θα τα μοιραστούμε με χαρά, και θα κάνουμε κι άλλους ανθρώπους να ευθυμήσουν. Δεν κρύβουν μέσα τους γέλια και χαμόγελα. Κι όταν έρθει η ώρα να φανούν στον έξω κόσμο μόνο δυστυχία προσφέρουν. Κι εμείς μάθαμε να τη διαχειριζόμαστε. Την κρύβουμε, της μιλάμε όταν μένουμε μόνοι, την καμουφλάρουμε και συνεχίζουμε. Όμως στους άλλους, εκείνους τους πολύ σημαντικούς που θέλουμε να είναι στη ζωή μας, μπορεί να έχουν αντίκτυπο που δεν είχαμε κανέναν σκοπό να προσφέρουμε.
Ναι, ξέρω. Έχουν μπαστακωθεί πάνω μας, μέσα μας, έξω μας και καμαρώνουν που δε μάς έχουν αφήσει ήσυχους. Σε νιώθω σου λέω. Είναι γαντζωμένα και δε λένε να ξεκουμπιστούν. Και εμφανίζονται σε κάθε σημαντική στιγμή της ζωής μας. Εκείνη την πολλή σπουδαία που διαπιστώνουμε πως το σύμπαν αποφάσισε να μάς κάνει κάποιο δώρο. Κι αντί να τα πετάξουμε και να τα στείλουμε στον αγύριστο και να βγούμε από τη δυστυχισμένη ζώνη ασφαλείας μας, εμείς τα υψώνουμε όλα μαζί μονομιάς. Γιατί αυτό γνωρίζουμε να το κάνουμε πολύ καλά, έτσι δεν είναι;
Και ξαφνικά η δυστυχία μεγαλώνει γιατί δεν είναι μόνο αυτά που είχαμε, αλλά κι αυτά που προσθέσαμε. Και το βάρος δεν αντέχεται, η όποια προσπάθεια κάναμε πήγε χαμένη και πάμε πάλι απ’ την αρχή. Χωρίς σκέψη και με πολύ παρορμητισμό αποφασίσαμε να επιστρέψουμε το δώρο. Όμως εμάς μάς μάθανε πως τα δώρα δεν επιστρέφονται. Είναι προσβολή να γυρίσεις το δώρο πίσω, έτσι δεν είναι; Πρώτα για μάς και μετά για εκείνον που μας το δώρισε. Και η ζωή δεν είναι και πολύ γενναιόδωρη σε κάποιους ανθρώπους. Κι αυτό το ξέρουμε καλά.
Και κάπου εκεί ξυπνάμε. Και διαπιστώνουμε πως μάς ανήκουν αυτά τα μπαγκάζια αλλά δεν τους ανήκουμε. Ότι είναι στο χέρι μας η διαχείρισή τους και πως εμείς κάνουμε κουμάντο σ’ αυτά κι όχι εκείνα σε μάς. Και καθόμαστε κάτω, τα κοιτάμε ένα-ένα, τα ευχαριστούμε για τα μαθήματα που μάς έδωσαν και τα βάζουμε σιγά-σιγά στο ντουλάπι της λήθης. Κι αν στην αρχή είναι δύσκολο, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε πως δεν είναι ακατόρθωτο.
Σκοπός είναι που θέλουμε να πάμε. Με ποιους δίπλα μας. Κι αν αυτοί οι άνθρωποι μάς κάνουν να χαμογελάμε και μόνο που τους σκεφτόμαστε, αξίζει κάθε βήμα που θα κάνουμε για να τα ξεφορτωθούμε. Δεν έχουμε τίποτα άλλο να μάθουμε από αυτά τα μπαγκάζια πια. Μόνο κακό κάνουν.
Ας δούμε τους ανθρώπους μας κι ας αποφασίσουμε. Εκείνοι ή αυτά. Κι αν η ζυγαριά γείρει σε ‘κείνους το ξέρουμε πως η προσπάθεια -όσο δύσκολη κι αν φαντάζει- θα μας ανταποδώσει για κάθε κόπο που θα κάνουμε να τα ξεκολλήσουμε από πάνω μας. Τα σημάδια θα είναι πάντα εκεί όμως δε θα πονάνε. Κι εμείς θα είμαστε πιο σοφοί, πιο καθαροί κι η πιο αληθινή έκδοση του εαυτού μας από τότε που ήμασταν παιδιά. Χαμογελαστά κι ατρόμητα!
