Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Στο τέλος της μέρας, δεν έχει σημασία ποιος σου είπε τα πιο μεγάλα λόγια.
Δεν έχει σημασία ποιος σε φίλησε με πάθος, ποιος ορκίστηκε αιώνια αγάπη, ποιος σου υποσχέθηκε τον ουρανό.
Όλα αυτά, τη νύχτα, σωπαίνουν. Σβήνουν. Ξεθωριάζουν.
Στο τέλος της μέρας, κοιτάς δίπλα σου και μετράς σιωπές. Παρουσίες. Χέρια που σε κράτησαν όταν δεν ήξερες πώς να σταθείς. Μάτια που δεν τρόμαξαν με τις ρωγμές σου.
Δεν μετράς φωτογραφίες, likes ή αναμνήσεις που μυρίζουν “παλιά”.
Μετράς ποιος έμεινε.
Όχι για να πει κάτι. Αλλά για να είναι εκεί.
Γιατί αυτός που έμεινε, δεν τρόμαξε απ’ το βάθος σου. Δεν τρόμαξε όταν δεν χαμογελούσες, όταν δεν ήσουν έτοιμη, όταν όλα γκρεμίζονταν κι εσύ προσπαθούσες να σταθείς όρθια με νύχια και με δόντια.
Έμεινε όταν δεν είχε κάτι να πάρει.
Έμεινε, όχι γιατί του χρωστούσες. Αλλά γιατί σε διάλεξε.
Ξανά και ξανά.
Και σ’ έναν κόσμο που όλα αλλάζουν τόσο εύκολα, που οι άνθρωποι φεύγουν με την πρώτη δυσκολία, που η αγάπη έχει γίνει κατανάλωση,
εκείνος που μένει…
είναι ο μόνος που αξίζει να γράφεται με κεφαλαίο.
Ο μόνος που δεν χρειάζεται να εξηγήσεις.
Ο μόνος που αντέχει και τις όμορφες και τις άσχημες εκδοχές σου.
Ο μόνος που δεν φοβάται να φθαρεί μαζί σου.
Και κάπου εκεί, μαθαίνεις…
πως δεν χρειάζεται να κρατήσεις όλους.
Μόνο εκείνον.
Τον έναν.
Που έμεινε.
