Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Δεν ήταν τα μάτια σου γαλήνια. Ήταν φουρτούνα, θύελλα, όλα όσα μπορούσαν να με καταστρέψουν. Κι όμως, εκεί στάθηκα. Σαν στρατιώτης που ήξερε εξαρχής ότι αυτή η μάχη δεν είχε νικητές, μόνο χαμένους. Και, για πρώτη φορά, δεν με ένοιαζε να κερδίσω.
Ήσουν η πρόκληση που πάντα έψαχνα. Τα βλέμματά μας έγιναν ξίφη που συγκρούονταν, λόγια που έκοβαν σαν μαχαίρια. Και μέσα σ’ όλο αυτό, εγώ ένιωθα για πρώτη φορά ζωντανός. Γιατί ο έρωτας δεν είναι μόνο χάδια και αγκαλιές. Είναι και πόλεμος. Ένας πόλεμος που σε καίει, σε αλλάζει, σε ξαναφτιάχνει.
Στα μάτια σου, είδα όλα όσα φοβόμουν και όλα όσα λαχταρούσα. Είδα τα όρια μου να γκρεμίζονται, τις άμυνές μου να πέφτουν, τις μάσκες μου να διαλύονται. Κι αντί να τρέξω, έμεινα. Γιατί με σένα, ο πόλεμος είχε αξία.
Δεν ήθελα να νικήσω. Δεν ήθελα να κυριαρχήσω. Ήθελα να παραδοθώ. Να χάσω τη μάχη, να αφήσω όλα όσα με κρατούσαν πίσω και να βουτήξω μέσα στο χάος που ήσουν εσύ. Ήξερα πως η ήττα μου δεν θα με κατέστρεφε. Θα με απελευθέρωνε.
Κι αν με ρωτήσεις τώρα αν το άξιζε, θα σου πω ναι. Γιατί στα μάτια σου βρήκα τον πόλεμο που πάντα ήθελα να χάσω. Και με την ήττα μου αυτή, βρήκα την αλήθεια μου. Εσένα.
