Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Kάποτε, παιδί ακόμα, καθόμουν σταυροπόδι στο μωσαϊκό της αυλής και ξεφλούδιζα μανταρίνια. Τα νύχια μου πορτοκαλί, τα δάχτυλα κολλώδη από χυμούς, κι η καρδιά μου καθαρή σαν το κομμάτι που έδινα στη φίλη μου. Ένα γλυκό, ένα ξινό. Άλλα χωρίς κουκούτσια. Μικρές νίκες. Τα υπόλοιπα, παγίδες. Έφτανες στην καρδιά και σου μάτωνε η αλήθεια.
Πέρασαν χρόνια. Άλλαξε το μωσαϊκό, άλλαξε κι η καρδιά μου. Αλλά το στόμα μου ακόμα ψελλίζει την ίδια φράση «Ρε ζωή, μου χρωστάς μανταρίνια χωρίς κουκούτσια».
Γιατί, ε;
Μου έταξες απλότητα κι έφερες γρίφους.
Μου ψιθύρισες αγάπες, κι ήρθανε προσωρινότητες.
Έστρωσες το τραπέζι της ζωής με χρώματα, κι εγώ έσκυψα να γευτώ, μα σχεδόν πάντα κάτι με πίκραινε στο βάθος.
Δε ζητάω τέλεια ζωή. Δε με τράβηξε ποτέ το «τέλειο». Ίσα-ίσα, εκεί βρίσκω τη μεγαλύτερη απάτη.
Αλλά να, ήθελα κάποτε να δαγκώσω κάτι και να το πιστέψω μέχρι το τέλος. Να μη φοβηθώ μήπως κρυφτεί κουκούτσι πίσω απ’ το χαμόγελο. Να μη χρειάζεται να είμαι πάντα σε επιφυλακή.
Στους έρωτες, έψαξα γλύκα. Κι αν την έβρισκα, είχε μέσα της αγκάθια.
Στις φιλίες, περίμενα μοίρασμα. Κι άλλες φορές μοιράστηκα, κι άλλες με μοιράσανε.
Και ξέρεις τι;
Είναι εξαντλητικό να πρέπει κάθε φορά να καθαρίζεις τόσο προσεκτικά. Να κρίνεις, να αναλύεις, να μαντεύεις αν αυτό το κομμάτι ζωής είναι γλυκό ή θα σου σπάσει το δόντι.
Είναι φορές που απλά θέλεις να φας το μανταρίνι όπως τότε. Σταυροπόδι. Χωρίς άμυνα. Με αφέλεια.
Αλλά εσύ, ζωή, γίνεσαι πότε-πότε σαν μανάβισσα που σε ξεγελά με το χαμόγελο.
«Πάρε τούτο, κορίτσι μου, ζουμερό, τέλειο!»
Και πας σπίτι, το ανοίγεις, κι είναι γεμάτο κουκούτσια.
Και δεν είναι το μανταρίνι που σε πονάει. Είναι η προσδοκία που είχες.
Μα δε σου κρατάω κακία. Όχι σήμερα.
Ίσως αύριο.
Σήμερα σε κοιτώ στα μάτια, και σου λέω με παράπονο «Σήμερα ήθελα απλώς ένα μανταρίνι καθαρό.»
Ένα κομμάτι χαράς, χωρίς παρερμηνείες.
Έναν άνθρωπο που δεν παίζει.
Ένα τηλεφώνημα που δεν κρύβει σιωπές.
Ένα πρωινό χωρίς βάρος.
Ξέρω πως και τα κουκούτσια έχουν τη δουλειά τους.
Απ’ αυτά φυτρώνουν τα επόμενα.
Απ’ αυτά μαθαίνεις.
Απ’ αυτά διδάσκεσαι να ξεχωρίζεις την ουσία απ’ την εντύπωση.
Αλλά πες μου κι εσύ πόσες φορές να γίνω σοφή;
Πόσες φορές να «μάθω» απ’ τον πόνο;
Κάποιες μέρες δε θες να γίνεις καλύτερη.
Θες απλώς να είσαι καλά.
Γι’ αυτό σου λέω, όχι με θυμό, μα με γυναικεία αλήθεια «μου χρωστάς μανταρίνια χωρίς κουκούτσια.»
Μια φορά.
Να κάτσω σταυροπόδι πάλι.
Να δαγκώσω και να μη φοβάμαι.
