Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Να λέμε «καλημέρα»
και να το εννοούμε.
Όχι τυπικά. Όχι από υποχρέωση. Όχι γιατί το γράφει το πρωτόκολλο των σχέσεων.
Να το λέμε σαν υπόσχεση.
Σαν σιωπηλό «σ’ έχω στο νου μου».
Σαν «ξύπνησα και ήσουν η πρώτη σκέψη μου, ρε άτιμη».
Το «καλημέρα» δεν είναι λέξη.
Είναι θέση.
Είναι παρουσία.
Είναι το πρώτο χέρι που απλώνεται μέσα στην ασφάλεια του χάους, να σου πει «δεν είσαι μόνος σου σήμερα».
Γιατί όλοι μπορούμε να πούμε μεγάλα λόγια στις μεγάλες ώρες.
Να πίνουμε κρασιά, να λέμε όρκους, να παθιαζόμαστε με φώτα χαμηλά και μουσικές.
Αλλά το θέμα είναι ποιος σου λέει καλημέρα.
Ποιος ανοίγει την πόρτα της μέρας του για σένα.
Ποιος, με μια κουβέντα, σε βάζει μέσα στη ζωή του ξανά και ξανά, χωρίς να το κάνει τελετή.
Έχουμε μπουχτίσει από “καλησπέρες” που έρχονται από ανάγκη.
Θέλουμε “καλημέρες” που λέγονται επειδή η μέρα είναι αλλιώς μαζί σου.
Να λέμε «καλημέρα»
και να σημαίνει ότι το χτίζουμε αυτό που έχουμε.
Κάθε μέρα.
Όχι με υποσχέσεις, αλλά με απλότητες. Με ρουτίνες που δεν σε πνίγουν, αλλά σε ριζώνουν.
Κι αν μια μέρα ξεχάσεις να μου πεις καλημέρα;
Να το νιώσω.
Να μου λείψει.
Γιατί έτσι θα ξέρω ότι είχες μάθει να μου τη λες όχι για να τη λες,
αλλά γιατί με έβαζες εκεί που έμπαινε το σημαντικό.
