Γράφει η Άντζελα Καμπέρου
Δεν χρειάζεται να το πεις για να το νιώσεις. Οι λέξεις δεν το κάνουν πραγματικότητα.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να το ακούσω για να το νιώσω. Κοιτούσα τα μάτια σου και ήξερα, άκουγα τις λέξεις σου και διάβαζα πίσω από αυτές.
Εκείνο το σ’ αγαπώ που ποτέ δεν ήρθε από τα χείλη σου δεν χρειαζόμουν να το ακούσω, το ήξερα, το ένιωθα, το έβλεπα σε κάθε σου ανησυχία για τον τρόπο που οδηγώ, για το πόσο έχω πιει, για το αν θα προσέχω.
Το διάβαζα πίσω από τις δήθεν πλάκες σου ότι “μ’ αγαπάς…σαν φίλη” όπως συνήθιζες να λες. Το έβλεπα στα μάτια σου όταν εκείνα καρφώνονταν στα δικά μου και χαμογελούσαν, τα μάτια σου όχι τα χείλη σου. Το ένιωθα μέσα μου κάθε φορά που το χέρι σου άγγιζε τυχαία το δικό μου, κάθε φορά που “κατά λάθος” έγερνες το κεφάλι σου απαλά πάνω στον ώμο μου.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθούν τούτες οι δύο λέξεις από τα χείλη μας. Το ένιωθα και το ένιωθες. Μ’ αγαπούσες και σ’ αγαπούσα με έναν τρόπο αλλιώτικο, ολόδικό μας, με εκείνον τον παιδικό τρόπο που χρησιμοποιούσαμε στο σχολείο. Πειράγματα και απαλό ξύλο και δυο ζευγάρια μάτια να κοιτάζονται και να φλέγονται.
Κάποια στιγμή μου είπες πως δεν σ’ αγαπώ και εκείνη την στιγμή φοβήθηκα πως όντως ποτέ σου δεν ένιωσες ότι σ’ αγαπούσα, πως οι τρόποι μου δεν έφτασαν να σου δείξουν πως η καρδιά μου είχε πλημμυρίσει από εσένα.
Σε κοίταξα λυπημένα και αποκρίθηκα πως σ’ αγαπώ παραπάνω από όσο πιστεύεις, μου γέλασες τότε δειλά και γύρισες την πλάτη σου να φύγεις. Και σου φώναξα, σου φώναξα με όλη μου την δύναμη “Εσύ; Εσύ πες μου μ’ αγαπάς;” γιατί εκείνη την στιγμή ήταν η μοναδική φορά που χρειαζόμουν να το ακούσω από τα χείλη σου.
Με γυρισμένη πλάτη ακόμα, έστρεψες λίγο το κεφάλι σου προς τα εμένα και με ένα αμυδρό σχεδόν ανύπαρκτο για κάποιον τρίτο χαμόγελο ψέλλισες μέσα από τα δόντια σου, λες και φοβόσουν εσύ ο ίδιος να το ακούσεις, “κι εγώ σ’ αγαπώ. Πολύ. Καληνύχτα.” και έγινες καπνός μες το σκοτάδι.
Και δεν ήθελα τίποτα άλλο. Αυτό αρκούσε.
Αρκούσε. Δεν αρκεί…
