Γράφει ο Τάσος Ζαννής
Το αμάξι άψογα παρκαρισμένο
εκεί όπου
η άμμος μυρίζει συγκαλυμμένη θλίψη,
τα κύματα σκάνε στα βράχια,
και τα αστέρια λάμπουν.
Χαϊδεύει το κορμί της
με τον ίδιο έντονο τρόπο,
που ο σκύλος κουνάει την ουρά του
όταν μιλάς.
Το χέρι του είναι στο πόδι της
και το δικό της στο λαιμό του,
και ξεχνάει για τι θέλει να θεραπευτεί,
τι τον θυμώνει,
τι του ανοίγει τρύπες στην καρδιά.
Τα στόματά τους γεμίζουν αυτόματα
μαύρη ζάχαρη μαρμελάδα,
ένα τίτλο προπαγανδιστικό
που δεν θα καταλάβει,
γιατί είναι πολύ αθώα,
ή αυτός πολύ καυλωμένος.
Αλλά χαζογελάει γλυκά
και του λέει ότι είναι ποιητικός,
παρότι ξέρει
ότι δεν του αρέσει να το ακούει.
Εκείνη τη νύχτα,
θα μπορούσε να της δώσει
όλα αυτά
που ποτέ της δεν ήθελε.
